
Τις προάλλες ένας στενός φίλος μέσα στο καθημερινό τρέξιμο για την επιβίωση σταμάτησε κι αγόρασε ένα σάντουιτς από κάποιο γνωστό, προσιτό «τυροπιτάδικο». «Σχεδόν αφηρημένος», μου είπε «δάγκωσα μια μπουκιά, όρθιος εκεί στο πεζοδρόμιο» και πριν προλάβει να αντιδράσει, ένας περαστικός του άρπαξε το σάντουιτς απ’ τα χέρια και προχωρώντας βιαστικά, να απομακρυνθεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε, το έτρωγε με απερίγραπτη βουλιμία. Ο φίλος μου, που είναι γιατρός με δικό του ιατρείο, τρόμαξε και ανησύχησε τόσο ώστε προσπάθησε να τον προλάβει, όχι βέβαια για να πάρει πίσω το μισοφαγωμένο σάντουιτς, αλλά για να δώσει σ’ αυτόν τον απελπισμένο 5 ευρώ που κρατούσε στο χέρι του – να πάει να αγοράσει κάτι ακόμα να φάει. Τον πρόλαβε και του τα έδωσε. Μου περιέγραψε έναν άνθρωπο καταντροπιασμένο, ευπρεπέστατο, νέο στην ηλικία (γύρω στα 30) ο οποίος ξέσπασε σε κλάματα. «Τι θα κάνω» έλεγε και ξανάλεγε, «μου έχουν κάνει έξωση, δεν έχω πού να μείνω, είμαι μια βδομάδα άπλυτος, τι θα κάνω φίλε, τι θα κάνω;». Με την ιατρική του «ψυχραιμία» ο φίλος μου προσπάθησε να τον ηρεμήσει, να του πει για τα συσσίτια του Δήμου και της Εκκλησίας, για τις ΜΚΟ που (υποτίθεται) βρίσκουν λύσεις για περιπτώσεις σαν τις δικές του – και να του δώσει λίγο κουράγιο. Το κλάμα δεν σταματούσε και η εξάντληση, σωματική και ψυχική, αυτού του