2707754-300x300

Όσο περνούν οι μήνες, τόσο η κρίση μεταλλάσσεται στο συλλογικό μας φαντασιακό. Αρχικά, ήταν μια έκπληξη για την νανουρισμένη με καταναλωτικούς μύθους, ελληνική κοινωνία. Έπειτα, αποτέλεσε ανησυχία, καθώς άρχισε να πλήττει όλο και μεγαλύτερο τμήμα των πολιτών, που αντιλήφθηκε μια καλπάζουσα μείωση του βιοτικού του επιπέδου. Στη συνέχεια, η κρίση έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο, που είναι αυτό της εξαθλίωσης και του θρυμματισμού της κοινωνικής συνοχής.
Με τον ψυχολογικό καταναγκασμό να προωθείται συνεχώς από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, που πιστά στο Νεοφιλελεύθερο δόγμα ρίχνουν τις ευθύνες σε έναν ολόκληρο «τεμπέλη λαό που είχε καλομάθει να ζει με δανεικά και τώρα ήρθε η ώρα να πληρώσει» (επιχειρήματα που χρησιμοποιούν διάφοροι διάσημοι δημοσιογράφοι και πολιτικοί) ολόκληρη η χώρα μοιάζει μ’ ένα εργαστήρι κοινωνικών πειραμάτων. Και, όσο περνάει ο καιρός, η πλειοψηφία των συνανθρώπων μας, αντί να αφυπνίζεται, αντί ν’ αμφισβητεί τις
καπιταλιστικές αξίες που μετέτρεψαν ολόκληρο τον πλανήτη σε οικονομικό καζίνο, αναζητώντας νέους δρόμους, αρχίζει να προσαρμόζεται, αρχίζει να το συνηθίζει, ενδοβάλλοντας το αίσθημα της αποτυχίας και αποδεχόμενη την κατάσταση ως αναπόφευκτη ή μη αναστρέψιμη (και ανατρέψιμη).
Το παλιό ρητό «όλα μια συνήθεια είναι», τείνει να γίνει μια καθολική παραδοχή σε μια κοινωνία που όταν κοιμάται ονειρεύεται πως αντιδρά και όταν είναι σε «εγρήγορση» είναι παραδομένη άνευ όρων στην μοιρολατρία. Ίσως μια εξήγηση της νοσηρής αυτής εικόνας να είναι ότι τα από πολύ καιρό εν υπνώσει κοινωνικά αντανακλαστικά των περισσότερων δεν κατάφεραν να επανενεργοποιηθούν ταυτόχρονα. Η φτώχεια, ο ολοκληρωτισμός, η στέρηση κάθε ελπίδας, επιβάλλονται σιγά – σιγά, σταδιακά, στα κοινωνικά στρώματα και στις κοινωνικές ομάδες. Ο καθένας ατομικά, όντας μαθημένος εντελώς διαφορετικά, τρέφει μια κρυφή, ανομολόγητη, σχεδόν μεταφυσική ελπίδα πως προσωπικά «τελικά θα την γλιτώσει», πως θα ξυπνήσει από τον εφιάλτη. Άλλοι πάλι, ψάχνοντας για απαντήσεις στα τεράστια αυτά προβλήματα, υιοθετούν εύπεπτα σενάρια που μοιάζουν με ταινία επιστημονικής φαντασίας, πως πίσω απ’ όλα κρύβεται μια κλίκα ανθρώπων, μια υπερεθνική ελίτ που στόχο έχει να διαλύσει τους λαούς και την εθνική τους ταυτότητα ώστε να μπορεί να τους ελέγξει.
Έτσι, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, το δράμα των ανέκαθεν εξαθλιωμένων, μεταμορφώνεται σε συλλογικό, καταλαμβάνοντας σχεδόν ολόκληρη την αδικαιολόγητα απροετοίμαστη κοινωνία μας που αποδείχτηκε ανίκανη να δημιουργήσει νέες δομές/αντιδομές και να εξελιχθεί διαφορετικά, ερχόμενη σε ρήξη με τις ήδη δοτές νόρμες. Μια κοινωνία που δείχνει να πιστεύει πως η ενασχόληση με τα κοινά θα ήταν χαμένος χρόνος, πως θα πρέπει να συμφιλιωθούμε με αυτά που το σύστημα μας προτείνει ή να κρεμάσουμε μια χούφτα ανθρώπους στις πλατείες προκειμένου να λυθούν όλα μας τα προβλήματά μας. Ή που ελπίζει (αν δεν εύχεται) ότι ο καπιταλισμός θα ξαναβρεί το «ανθρώπινο» πρόσωπό του, είτε (στη χειρότερη των περιπτώσεων) ότι η Ελλάδα θα μετατραπεί σε μια χώρα όπως το Ιράν (το πρότυπο των ακροδεξιών), η Βόρεια Κορέα ή η ΕΣΣΔ του Στάλιν (το πρότυπο των αριστερών). Πάνω απ’ όλα, αντικρίζουμε μια δυστοπική κοινωνία που είχε πιστέψει μέχρι τα μύχια της ύπαρξής της ότι το να επιδιώκει τη γνώση, την πολιτικοποίηση, την συνειδητοποίηση είναι μια ουτοπία (ατομική, επαγγελματική, κοινωνική).
Η σημερινή εξόφθαλμη πραγματικότητα δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή, σε όλη της την διάσταση ούτε με τα μάτια ορθάνοιχτα. Τουλάχιστον από τους περισσότερους: Καθημερινά, ο πληθυσμός των ανθρώπων που είτε ήδη ζει στους δρόμους, είτε πλησιάζει σε αυτό το σημείο, αυξάνεται. Ο αριθμός των οικογενειών που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα σίτισης, επίσης. Αντί, όμως, σαν κοινωνία, να αναρωτηθούμε για το αυτονόητο, δηλαδή σχετικά με την ίδια τη φύση του κέρδους και της ιδιοκτησίας (και τους θεσμούς που την προστατεύουν ανάγοντάς την στην υπέρτατη αξία), αντί να μας απασχολεί το πώς θα βρεθεί τρόπος να εξασφαλιστούν τα βασικά για όλους και πώς θα εξαλειφθούν οι αιτίες των ανισοτήτων, από την μια αναλωνόμαστε σε μια υποκριτική φιλανθρωπία – που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματική κοινωνική αλληλεγγύη – που συνήθως διοργανώνεται από φορείς όπως η «φιλάνθρωπη» Εκκλησία Α.Ε, από διάφορες αγνώστου προέλευσης οργανώσεις που ξεφυτρώνουν κατά δεκάδες (πολλές εκ των οποίων ανήκουν σε πολιτικούς γνωστών κομμάτων), ή από άλλες «ανθρωπιστικές εταιρείες» (τις αγαπημένες μας εταιρείες που λένε και οι διαφημίσεις…), όπως τηλεοπτικοί σταθμοί (που στηρίζουν φανατικά τα μέτρα εξαθλίωσης) ή οι γνωστές αλυσίδες των σούπερμάρκετ (που παρεμπιπτόντως, αν και διατυμπανίζουν πως κρατούν τις τιμές τους στα επίπεδα π.χ. του 2008 – όταν τα εισοδήματα των περισσότερων ήταν κατά 40 % υψηλότερα από σήμερα – αποφεύγουν να εξηγήσουν γιατί οι τιμές τους είναι υψηλότερες στην Ελλάδα απ’ ότι στο εξωτερικό, ακόμα και όταν πρόκειται για ελληνικά προϊόντα).
Από την άλλη, έχοντας χάσει την ψυχραιμία μας και νιώθοντας αδύναμοι να τα βάλουμε με τον γίγαντα του καπιταλισμού (τόσο αξιακά όσο και στο πρακτικό επίπεδο), δημιουργούμε αόρατους εχθρούς, είτε αρκούμαστε στο να ρίξουμε το μπαλάκι των ευθυνών σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες (μετανάστες, μειονότητες, άνεργους). Τελικά, όπως όλα δείχνουν, δεν έγινε μόνο η εξαθλίωση συνήθειά μας, αλλά και η κάθε μας συνήθεια (διανοητική και πρακτική) κυριαρχείται από μια άνευ προηγουμένου μορφή εξαθλίωσης, που γιγαντώνει ακόμα περισσότερο τα κοινωνικά αδιέξοδα.
Η αλληλεγγύη στους συμπολίτες μας είναι φυσικά αναγκαία. Αλληλεγγύη, όμως, που δεν σημαίνει «ας δώσουμε ένα ξεροκόμματο στον καημένο το φτωχό», αλλά έμπρακτη αλληλεγγύη για κοινή συνδιαμόρφωση μιας κοινωνίας στην οποία δεν υπάρχουν άστεγοι, πεινασμένοι, εξαθλιωμένοι. Στην απελπισία αυτών των ανθρώπων, στήνεται σιγά σιγά η ηθική νομιμοποίηση της ανέχειας, η θέαση των αστέγων, των ανέργων, των αναξιοπαθούντων ως κάτι φυσιολογικό. Με τη δημιουργία κέντρων αστέγων, με τα συσσίτια της ελεημοσύνης, οι φτωχοί, ενώ σε άλλες περιπτώσεις θα ήταν οι εξεγερμένοι, στη δική μας πραγματικότητα θα είναι οι ελεήμονες. Οι εν δυνάμει αλληλέγγυοι θα μεταμορφώνονται σε δικλείδα ασφαλείας, απορροφώντας κάποιους κραδασμούς που θα διατάρασσαν την σταθερότητα του συστήματος, και, οι τελευταίοι έχοντες, θα ζουν με την ψευδαίσθηση (ή θα παριστάνουν) ότι έκαναν το χρέος τους, ως σύγχρονοι πεφωτισμένοι δουλοκτήτες που «είναι πλήρεις συναισθημάτων για τον δικό τους Μπαρπα-Θωμά»…
Μέσα από το διαστρεβλωτικό πρίσμα των ΜΜΕ, αντικρίζουμε τον κόσμο ως στατικό, την υπάρχουσα κατάσταση ως τη μόνη δυνατή, τον αγώνα μας για επιβίωση υπό αυτές τις συνθήκες ως τη μόνη λύση. Είναι όμως έτσι; Είναι τα μόνα δυνατά προτάγματα τα «αντιμνημονιακά»; Θεωρούμε το συλλογικό μας εαυτό, ανίκανο να εξελίξει τον εαυτό του και ό,τι τον περιβάλλει, αλλά μόνο ικανό να επαναδιεκδικήσει (και αυτό ανεπιτυχώς) όσα «κεκτημένα» είχε κερδίσει στο παρελθόν; Θα γίνει ρόδινος ο κόσμος αν απλά «φύγει η τρόικα»; Ή από την άλλη θα επαναστατήσουμε αν απλά «την πέσουμε στους μπάτσους»;
Αν ισχύει ότι: α) αντιμνημονιακοί είναι και πολλοί εθνικιστές, καιροσκόποι, αποτυχημένοι πλην φιλόδοξοι πολιτικάντηδες κλπ. – που πάντως σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητούν τους γενεσιουργούς παράγοντες της σημερινής ζοφερής κατάστασης στον πυρήνα τους (π.χ. αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οικονομιστική αντίληψη κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας, ετερόνομοι – για να μην πούμε απλώς αποχαυνωτικοί… – θεσμοί όπως, εκκλησία, στρατός, αστυνομία κλπ.) και, ότι β) ως αγωνιστές και αντικομφορμιστές αυτοπροσδιορίζονται αρκετοί άνθρωποι που σε καμία περίπτωση δεν θέλουν να συνδυάσουν την «επαναστατική πρακτική» με ένα γνήσιο και μαζικά συνδιαμορφωθέν επαναστατικό όραμα, μάλλον ούτε «την Τρόικα θα καταφέρουμε να διώξουμε», ούτε «τους μπάτσους να δείρουμε» (όπως τους αξίζει είναι η αλήθεια)…, ούτε να σπάσουμε το φόβο θέτοντας τις βάσεις για μια αξιοπρεπή και εν δυνάμει, «μαγική ζωή». Θα είμαστε άξιοι της τύχης μας. Θα υποταχθούμε στην ιδέα ότι αν και εξαθλιωμένοι θα επιβιώσουμε – ενώ εξεγειρόμενοι θα τα χάσουμε όλα (όμως, αλήθεια, τι άλλο μας απέμεινε να χάσουμε πια;)