Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου
Όταν κυβερνητικός αξιωματούχος εκμυστηρεύεται στον «Guardian» ότι «και μισό μέτρο παραπάνω να εφαρμόσουμε θα γίνει επανάσταση», όταν ο Θ. Πάγκαλος συμβουλεύει όσους μπορούν να φύγουν στο εξωτερικό το βράδυ των εκλογών, αν νικήσει ο Τσίπρας, όταν η κυβέρνηση ζητά δημόσια από τους δανειστές να χαλαρώσουν την πίεση γιατί κινδυνεύει να πέσει, όταν κάθε συμφωνία με την τρόικα για νέο, παλιό ή αναπαλαιωμένο μέτρο είναι αδύνατο να εφαρμοστεί χωρίς να προκαλέσει κρίσεις ή απορρύθμιση (ΕΡΤ, πανεπιστήμια, υγεία), όταν τα συγκυβερνώντα κόμματα τρέμουν στην ιδέα ότι θα χρειαστεί να ζητήσουν ψήφο από τους βουλευτές τους για το επόμενο νομοσχέδιο, όταν τα κέντρα εξουσίας αναζητούν στο παρασκήνιο εναλλακτικές λύσεις διακυβέρνησης χωρίς να περάσουν από την κόλαση της κάλπης, όταν οι κρατικοί αξιωματούχοι επικαλούνται τόσο
συχνά την επιστράτευση, την αστυνομία, τα ΜΑΤ, τα δικαστήρια για να εφαρμόσουν την απλούστερη υπουργική απόφαση, όταν το σύστημα διακυβέρνησης αδυνατεί να συγκροτήσει μια ελάχιστη κοινωνική συμμαχία σ’ αυτό που ορίζει ως στρατηγικό μονόδρομο, όταν το ίδιο σύστημα προσκρούει από το ένα αδιέξοδο στο άλλο, χωρίς να διαθέτει έξοδο κινδύνου, Plan B, όταν όλα δείχνουν ότι «οι κάτω δεν θέλουν» και «οι επάνω δεν μπορούν πια», τότε, ναι, ίσως η λέξη «επανάσταση» δεν είναι τόσο αδιανόητη.
Επανάσταση; Πιπέρι στο στόμα! Βαριά λέξη. Κι ακόμη βαρύτερη και περιπλοκότερη κατάσταση. Για να είμαστε ακριβείς και ειλικρινείς, όμως, δεν υπάρχει καμιά δύναμη στο πολιτικό σύστημα η οποία, πέρα από τον ρητορικό της μαξιμαλισμό, να επιδιώκει, να σχεδιάζει, να προετοιμάζει και να μπορεί να πραγματοποιήσει κάτι που να πλησιάζει  σ’ αυτό που αποκαλείται «επανάσταση». Τουλάχιστον αυτό που η Ιστορία ορίζει ως τέτοιο. Δεν υπάρχει, επίσης, καμιά κοινωνική ομάδα ή τάξη που να διαθέτει το επίπεδο οργάνωσης και ισχύος, ώστε να εξελιχθεί από «τάξη καθαυτή» σε «τάξη για τον εαυτό της», για να θυμηθούμε τον Μαρξ, να διεκδικήσει δηλαδή την πολιτική ηγεμονία, να γίνει ηγέτιδα «εθνική τάξη» και να καταλάβει την εξουσία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αυτή την ιδιότητα, άλλωστε, την έχει χάσει προ πολλού ακόμη και η μέχρι πρότινος ηγέτιδα οικονομική ελίτ, η οποία κινείται μεταξύ πανικού, σύγχυσης, κανιβαλισμού, φυγής και λογικής «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».
Αυτό, λοιπόν, που πιθανότατα εννοεί ο ανώνυμος κυβερνητικός αξιωματούχος, ο οποίος τρέμει στην ιδέα μιας «επανάστασης», είναι κάτι άλλο. Μια τόσο βαθιά, απόλυτη και πλήρη απονομιμοποίηση του συστήματος διακυβέρνησης, ώστε καμιά του απόφαση, καμιά διοικητική του πράξη να μην μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να προκαλεί κοινωνικές εκρήξεις. Όταν, λοιπόν, οι «επάνω δεν μπορούν» και οι «κάτω δεν θέλουν», αλλά δεν υπάρχει ακόμη «κάποιος που και μπορεί και θέλει», τι προκύπτει; Κενό εξουσίας. Το κενό κατά κανόνα καλύπτεται από την εξέγερση, άλλοτε τυφλή και βίαιη, άλλοτε ειρηνική και στοιχειωδώς οργανωμένη, από κοινωνικές ομάδες που στην αρχή το μόνο τους σχέδιο είναι η διαμαρτυρία, η έκφραση του θυμού, η διάθεση να τιμωρήσουν ένα καθεστώς, χωρίς να έχουν αποφασίσει με τι θα το αντικαταστήσουν. Η εξέγερση ρευστοποιεί το κοινωνικό τοπίο, υποχρεώνει τις πολιτικές δυνάμεις να πάρουν θέση απέναντί της και θέτουν στο καθεστώς το δίλημμα της καταλλαγής ή της καταστολής. Αλλά η μόνη περίπτωση να εξελιχθεί η εξέγερση σε «επανάσταση» είναι να υπάρξει κάποια δύναμη έτοιμη να προβάλει ένα πειστικό εναλλακτικό σχέδιο εξουσίας και διακυβέρνησης, ικανή να το εφαρμόσει και στον δρόμο, όπου κυκλοφορεί το θυμωμένο πλήθος (αλλά και το χάος, και το οργανωμένο έγκλημα, και οι οπισθοφυλακές του παλαιού καθεστώτος), και στο κράτος, που τα κλειδιά του κρατά η γραφειοκρατία της παλαιάς διακυβέρνησης.
Παραδέχομαι πως η περιγραφή είναι σχηματική, αποστειρωμένη, αποστεωμένη και θεωρητική. Όμως, δεν διαθέτουμε άλλα εργαλεία εκτός από αυτά της Ιστορίας, ακόμη και της ζωντανής, για να προσδιορίσουμε τους όρους και τις έννοιές τους. Στην Αίγυπτο εξελίσσεται εδώ και τρία χρόνια η πιο ευρεία και ανθεκτική κοινωνική εξέγερση, στην οποία εναλλάσσονται τα κοινωνικά με τα ιδεολογικά-θρησκευτικά κίνητρα. Αλλά δεν κατάφερε «να μεγαλώσει και να γίνει επανάσταση», αφού ο στρατός πέτυχε με την εναλλαγή συνδιαλλαγής και καταστολής τη συνέχεια του καθεστώτος. Γενικώς, η εποχή μας είναι εποχή εξεγέρσεων. Η κοινωνική δυσφορία διαπερνά το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, ο κόσμος είναι γεμάτος αδύναμους κρίκους που μπορούν ανά πάσα στιγμή να σπάσουν την αλυσίδα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, των οικονομικών, νομισματικών, πολιτικών και στρατιωτικών συμμαχιών. Αλλά ούτε η εποχή μας ούτε ο κόσμος μας έχουν ανέβει από το σκαλί της εξέγερσης σ’ αυτό της επανάστασης. Υπάρχει κάτι που λείπει για ν’ αποδώσει κάτι αντίστοιχο με τις αστικές επαναστάσεις του 18ου και 19ου αιώνα, την Οκτωβριανή Επανάσταση, ή τις εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα.
Τι λείπει; Λείπει πρώτα πρώτα ένα σχήμα του κόσμου μας. Οι επαναστάσεις του 18ου αιώνα φυτεύτηκαν σε επιστημονικές και πνευματικές ανακαλύψεις, που έδιναν ακριβώς σχήμα στον κόσμο της εποχής τους. Ακόμη και η αγγλική εκδοχή της λέξης επανάσταση, το revolution, οφείλει την ύπαρξή της στον Κοπέρνικο και στο έργο του «De Revolutionibus Orbium Coelestium Libri VI» (Περί της περιστροφής των ουρανίων σφαιρών, βιβλία έξι). Αν ο Κοπέρνικος δεν έδινε σχήμα στο πλανητικό σύστημα και οι διάδοχοί του αστρονόμοι στο σύμπαν, οι γεωγράφοι στη Γη, αν οι πολιτικοί φιλόσοφοι δεν έδιναν σχήμα στην κοινωνία, στο κράτος, στην οικονομία, στην Ιστορία, ίσως να μην είχαν προκύψει η Αμερικανική και η Γαλλική Επανάσταση. Η revolution θα είχε μείνει μια βαρετή «περιστροφή» του κόσμου γύρω από τον εαυτό του.
Δεν λείπει, βέβαια, από την εποχή μας η επιστημονική επανάσταση. Τη ζούμε, καθώς η ψηφιακή κι οι άλλες τεχνολογίες αλλάζουν τα δεδομένα γύρω μας με ταχύτητα που αδυνατούμε να παρακολουθήσουμε. Αλλά μας λείπει η πνευματική επανάσταση, οι ρηξικέλευθες ιδέες που θα ξαναδώσουν σχήμα στον ά-σχημο κόσμο μας. Δεν είμαστε σίγουροι τι είδους καπιταλισμός είναι αυτός που ζούμε, αν βιώνουμε τη μετάλλαξή του ή τους σπασμούς του τέλους του. Δεν ξέρουμε αν τα σύνορα του κόσμου είναι οριστικά ή αν θα ξαναχαραχτούν, με ποταμούς αίματος ή καταρράκτες χρήματος. Δεν είμαστε βέβαιοι αν τα έθνη-κράτη θα επιβιώσουν ή θα χαθούν σε μια παγκόσμια διακυβέρνηση την οποία οι κοινωνίες θα είναι αδύνατο να επηρεάσουν. Δεν ξέρουμε αν οι δημοκρατίες θα επιβιώσουν ή θα εξαφανιστούν σε έναν ολοκληρωτισμό όπου το άυλο χρήμα και οι κάτοχοί του θα είναι ο μόνος πόλος εξουσίας. Δεν ξέρουμε πολλά για τον κόσμο μας, διαισθανόμαστε μόνο εξελίσσεται σε απεχθή δυστοπία. Κι ευελπιστούμε ότι κάποιοι ιδιοφυείς άνθρωποι αποκρυπτογραφούν ήδη τους κώδικές του για να αποκαλύψουν την αχίλλειο πτέρνα του.
Τι άλλο λείπει; Λείπει η αναδιατύπωση της ουτοπίας. Μπορεί οι ουτοπίες των προηγούμενων αιώνων να έγιναν άλλοθι για ιστορικά εγκλήματα, αλλά ταυτόχρονα ήταν αυτές που έφεραν τα πλήθη στο προσκήνιο των επαναστάσεων. Ο μεταμοντέρνος καπιταλισμός θέλησε να βάλει τέλος στην Ιστορία, στις μεγάλες αφηγήσεις, στις ουτοπίες και τελικά στις επαναστάσεις, προσφέροντας ως αντάλλαγμα μια ελάχιστη ποσόστωση ευημερίας για όλους, άνισα και άδικα κατανεμημένη, αλλά συναρτημένη με μια διαρκή και αδιατάρακτη από κρίσεις μεγέθυνση. Αυτό μας τελείωσε. Ο θρίαμβος του καπιταλισμού σχεδόν σε όλο τον πλανήτη ταυτόχρονα τον γκρέμισε από το βάθρο της έσχατης υλοποιημένης ουτοπίας. Ο θριαμβευτής έχει πολλαπλασιάσει επικίνδυνα τους νεκροθάφτες του. Λείπουν μόνο η νεκρώσιμος ακολουθία και το ουτοπικό τροπάριο της επόμενης «ανάστασης». Λέτε να συντίθενται κάπου εδώ κοντά μας, τόσο κοντά που οι νότες τους να ’φτασαν στ’ αυτιά του ανώνυμου κυβερνητικού αξιωματούχου; Ποτέ μη λες «ποτέ».
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 
Καθένας όμως που έχει μελετήσει μια επαναστατική εξέγερση, γνωρίζει πόσες εσωτερικές δυσκολίες μια μάζα συναντά για να εξεγερθεί. Μόνο στην ανάγκη ρίχνεται ο άνθρωπος στο άγνωστο. Η μεγαλόπρεπη φράση «το προλεταριάτο δεν έχει να χάσει παρά τις αλυσίδες του» ισχύει σαν ιστορική προοπτική και για ολόκληρη την εργατική τάξη συνολικά. Όμως, η εσωτερική ιστορία μιας επανάστασης δεν βρίσκεται τάχα ακριβώς στο ότι το προλεταριάτο -οι προλετάριοι δηλαδή- αποφασίζουν να δράσουν σαν τάξη; Στη διαδικασία αυτή πολλά έχουν να χάσουν και πολλά να ριψοκινδυνέψουν. Αξιοπρόσεκτο είναι πως εδώ η ίδια η ζωή θεωρείται το πιο τελευταίο, το λιγότερο σημαντικό από όλα. Συχνά τη βάζουν σε κίνδυνο πολύ πιο εύκολα, παρά ένα φτωχικό σπιτάκι.