Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Ουρές στα δικαστήρια για τον νόμο Κατσέλη

Περισσότερες από 100.000 υποθέσεις του νόμου Κατσέλη έχουν προγραμματιστεί να εκδικαστούν την προσεχή διετία 2017-2018. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να δοκιμάσει τις "αντοχές" τόσο των δικαστηρίων και των οφειλετών όσο και των τραπεζών. Η εμπροσθοβαρής εξέταση των αιτήσεων είναι αποτέλεσμα της πρόσφατης αλλαγής του νόμου, που υποχρέωσε τα Ειρηνοδικεία να επισπεύσουν κατά μία τριετία τον χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων, συνωστίζοντας τον κύριο όγκο των υποθέσεων.

Σύμφωνα με την "Καθημερινή", πρόκειται για πάνω από τις μισές υποθέσεις που έχουν κατατεθεί στο πλαίσιο του νόμου Κατσέλη, οι οποίες συνολικά ξεπερνούν τις 170.0000 και αφορούν σε δάνεια συνολικού ύψους 18 δισ. ευρώ. Η πλεινότητα των υποθέσεων θα εκδικαστεί τα επόμενα χρόνια.


Η εικόνα που προκύπτει από τις μέχρι τώρα δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί (σ.σ.: υπολογίζονται περί τις 40.000), απέχει από τη γενικευμένη εντύπωση που έχει δημιουργηθεί ότι ο νόμος Κατσέλη αποτελεί "πλυντήριο" για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά που καταχρηστικά ζητούν τη διευθέτηση των οφειλών τους.

Αν και πολλοί επιχείρησαν να ενταχθούν στον νόμο με στόχο να κερδίσουν ασυλία, η συσσωρευμένη εμπειρία που έχει αποκτηθεί πλέον στα ελληνικά δικαστήρια περιορίζει τις πιθανότητες καταχρηστικής συμπεριφοράς. Χαρακτηριστικό αυτού είναι ότι σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, το ποσοστό εκείνων που επιτυγχάνουν πλήρη απαλλαγή του χρέους τους δεν ξεπερνά το 0,5% .

Επίσης, ένα σημαντικό ποσοστό αιτήσεων που φθάνει το 30%-35%, δηλαδή μία στις τρεις απορρίπτεται είτε για λόγους τυπικούς είτε για λόγους ουσίας, δικαιώνοντας δηλαδή την τράπεζα ως προς τις διεκδικήσεις της απέναντι σε δανειολήπτες. Πρόκειται για περιπτώσεις που απορρίπτονται ως αβάσιμες, ανειλικρινείς ή απαράδεκτες. Μία αίτηση μπορεί να απορριφθεί ως αβάσιμη γιατί κάποιος διαπιστώθηκε ότι ενήργησε δόλια. Είναι χαρακτηριστική περίπτωση δημοσίου υπαλλήλου που αξιολογήθηκε ως δόλια, κρίνοντας ότι υπερχρεώθηκε γνωρίζοντας ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούσαν για να αποπληρώσει τις οφειλές του. Αντίστοιχα μπορεί κάποιος να κριθεί ως ανειλικρινής γιατί απέκρυψε περιουσία ή γιατί ενώ έχει την εμπορική ιδιότητα έκανε αίτηση ένταξης στον νόμο.

Οι περιπτώσεις, ωστόσο, αυτές δεν αναιρούν την ουσία του νόμου που είναι η διευθέτηση της οφειλής βάσει της οικονομικής δυνατότητας του δανειολήπτη και οι οποίες αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα πολλών εξ αυτών που καταφεύγουν στην προστασία του νόμου. Πρόκειται για το 60%-65% που επιτυγχάνει διευθέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων ή ανάλογα την προστασία της πρώτης του κατοικίας, με "κούρεμα" μέρους της οφειλής και ρύθμιση του υπολοίπου σε βάθος χρόνου. Το ύψος του "κουρέματος" ποικίλλει ανάλογα με το είδος του δανείου και φυσικά την οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη. Από τη μέχρι σήμερα εμπειρία προκύπτει ότι τα δικαστήρια συνομολογούν σε "κούρεμα" όταν ο οφειλέτης δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία, ενώ βασική παράμετρος που κρίνει και το πόσο γενναιόδωρη μπορεί να είναι μια απόφαση είναι οι εξασφαλίσεις που έχει ένα δάνειο.


Έτσι οι διαγραφές μπορεί να φτάσουν το 60% ή 70% της οφειλής εάν πρόκειται για χρέη από καταναλωτικά δάνεια και κάρτες. Στην περίπτωση αυτή και με την προϋπόθεση ότι ο δανειολήπτης δεν έχει ακίνητη περιουσία, η υποχρέωσή του εξαντλείται στο να πληρώνει για τρία χρόνια το ποσό που του αναλογεί και αφού συνεκτιμηθούν τα καθημερινά του έξοδα με βάση τις ανάγκες διαβίωσης όπως έχουν προσδιοριστεί από την ΕΛΣΤΑΤ. Σε κάθε περίπτωση, εάν τα εισοδήματά του δεν αρκούν και για να πληρώνει τους πιστωτές του το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από τα χρέη.

Διαφορετική είναι η κατάσταση στην περίπτωση που η οφειλή αφορά στεγαστικό δάνειο. Το "κούρεμα" που μπορεί να επιδικαστεί είναι συνήθως μικρότερο και κυμαίνεται μεταξύ 20% ή 30% του ποσού που χρωστά ο οφειλέτης και πάντα με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για την πρώτη κατοικία, την οποία ο οφειλέτης θέλει να προστατεύσει.

http://www.sofokleousin.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου