Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Η κυβέρνηση δε διαπραγματεύεται ούτε καν τυπικά, παρακαλεί, τίθεται υπό την κηδεμονία της Καγκελαρίου Μέρκελ και του Προέδρου Ολάντ


Αγαπητέ Δήμαρχε, φίλες και φίλοι,χαίρομαι πολύ που βρισκόμαστε σήμερα εδώ. Μετά τις εκλογές δεν είχαμε την ευκαιρία να βρεθούμε κι ευχαριστώ πραγματικά τους φίλους μας των Κινήσεων για τη Σοσιαλδημοκρατία, που πήραν την πρωτοβουλία αυτή.  Ευχαριστώ τους  PES Activists που έχουν υψώσει τη σημαία τους εδώ και μας θυμίζουν ότι το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα τα τελευταία χρόνια πήρε απόφαση να απευθυνθεί όχι μόνο στους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές αλλά και στους Ευρωπαίους Δημοκράτες και συγκρότησε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την κοινοβουλευτική του ομάδα ως «προοδευτική συμμαχία σοσιαλιστών και δημοκρατών», προκειμένου να υποδεχθεί και κόμματα που δεν ανήκουν στη σοσιαλιστική παράδοση αλλά ανήκουν στον προοδευτικό χώρο, στον χώρο των μεταρρυθμίσεων, στο χώρο του ριζοσπαστικού κέντρου. Θέλω να ευχαριστήσω θερμά το
συντονιστή, αλλά και τους εισηγητές μας, τον καθηγητή τον κ. Νεκτάριο και τον συνάδερφο τον κ. Μπαξεβάνη, για όσα μας είπαν.
Φίλες και φίλοι, η χώρα παραπαίει, κινείται χωρίς πολιτική διεύθυνση.  Υπάρχει κυβέρνηση, υπάρχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά δεν υπάρχει στρατηγική, δεν υπάρχει προσανατολισμός, δεν υπάρχει ρυθμός, δεν υπάρχει αποτέλεσμα.  Η χώρα δίνει την εντύπωση πως παλεύει με μία Λερναία Ύδρα.  Προσπαθεί η Κυβέρνηση τσάτρα-πάτρα να αντιμετωπίσει ένα θέμα και ανοίγουν στη θέση του θέματος αυτού, δύο.  Ο κύκλος είναι φαύλος, κυνηγάμε την ουρά μας εδώ και 14 μήνες και έχουμε φτάσει να αντιλαμβανόμαστε την κατάσταση του Δεκεμβρίου του 2014 ως έναν στόχο σχεδόν παραδείσιο, που τον χάσαμε και που η χώρα μπορεί να τον ξαναβρεί μετά από τρία χρόνια, τέσσερα. 
Ίσως τον Δεκέμβριο του 2018, αν δε μεσολαβήσει η επανάληψη του σεναρίου του καλοκαιριού του 2015, προς το οποίο δυστυχώς βαδίζουμε απτόητοι διότι η αξιολόγηση δεν πρόκειται να τελειώσει και όταν τελειώσει, θα αρχίσει η νέα και βεβαίως, στο μεταξύ τίποτα δεν προοιωνίζεται ανάπτυξη και αλλαγή του κλίματος, γιατί η αβεβαιότητα, η ανασφάλεια, η ασάφεια, δεν επιτρέπει σε κανένα να αλλάξει τη σχέση του με το τραπεζικό σύστημα και, ας μη γελιόμαστε, αν δε γυρίσουν λεφτά στις τράπεζες, αν δεν υπάρξει νέα οικογενειακή και ατομική αποταμίευση και νέες καταθέσεις, δεν πρόκειται να κινηθεί ο μηχανισμός της πραγματικής οικονομίας, γιατί το μόνο που μας απασχολεί αυτή τη στιγμή είναι να λύσουμε προβλήματα του παρελθόντος αλλά όχι να χρηματοδοτήσουμε ιδέες και επενδύσεις για το μέλλον.  Αυτό που λέγεται ξένες επενδύσεις, στην πραγματικότητα είναι αυτή τη στιγμή ευκαιρίες για ξένους σε μία Ελλάδα η οποία προσφέρεται σε τιμή ευκαιρίας, ακριβώς λόγω της κρίσης.  Αυτές βεβαίως οι επενδύσεις είναι καλοδεχούμενες, αλλά αν δεν κινηθεί η Ελλάδα με τις ενδογενείς δυνατότητές της, με τις δημιουργικές δυνάμεις της, δεν πρόκειται να πάρουμε την υπόθεση στα χέρια μας και να κερδίσουμε ξανά αυτό που χάσαμε, το χαμένο χρόνο, το χαμένο έδαφος, τη χαμένη ισοτιμία της χώρας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη 

Δεν είναι μόνον αυτό που ζούμε εδώ
, είναι κι αυτό που συμβαίνει στις Βρυξέλλες και στα άλλα κέντρα λήψης αποφάσεων ευρωπαϊκού και διεθνούς επιπέδου.  Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ξεκίνησε με ψευδαισθήσεις σε σχέση με τους συσχετισμούς και τις δυνατότητες. Αντιλήφθηκε τη διαπραγμάτευση ως ένα παιχνίδι εκβιασμών και τελικά εγκλωβίστηκε σε έναν αυτό-εκβιασμό.  Τώρα δεν κάνει ούτε αυτό, τώρα δε διαπραγματεύεται ούτε καν τυπικά, παρακαλεί, τίθεται υπό την κηδεμονία της Καγκελαρίου Μέρκελ και του Προέδρου Ολάντ. Δηλαδή όλο αυτό το οποίο ονομάζεται νέος πατριωτισμός, υπερηφάνεια, ανατροπή των συσχετισμών, έχει μετατραπεί σε ένα αίτημα για προστασία.  Αλλά μία χώρα που τίθεται υπό προστασία, δεν είναι μία χώρα η οποία μπορεί να αναπτύξει εθνική στρατηγική και να πείσει τους άλλους πως μπορεί να προτείνει λύσεις ευρωπαϊκού επιπέδου, τέτοιες δε λύσεις, είχαμε και έχουμε τη χρυσή ευκαιρία να προτείνουμε, γιατί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δράσης για τους πρόσφυγες και τους παράτυπους μετανάστες, θα μπορούσε να είναι ελληνική υπόθεση που την υιοθετεί και τη στηρίζει η ΕΕ.

Δεν έχουμε όμως μόνο το προσφυγικό, δεν έχουμε μόνο την αξιολόγηση, δεν έχουμε μόνο την επάνοδο στην ύφεση, η οποία καταγράφεται το 2015, αλλά αυτή πρέπει να τη δει κανείς και σε σχέση με αυτό που χάσαμε, με τα διαφυγόντα κέρδη, με την προοπτική ανάπτυξης που είχαμε για το 2015 και το 2016, μιλάμε για μία συνολική απώλεια που φτάνει το 7,5% του ΑΕΠ.  Πρέπει να δούμε όλα όσα επαπειλούνται, αυτή η συνεχής επανάληψη απειλών για το ασφαλιστικό και το φορολογικό, κάθε ημέρα στα δελτία ειδήσεων ο πολίτης βρίσκεται αντιμέτωπος με μία νέα ιδέα, με μία νέα πληροφορία, με μία νέα απειλή, που τον καθηλώνει και τον κάνει αντιπαραγωγικό και δύσπιστο.  

Έχουμε εκ του πλαγίου επαναφορά των συζητήσεων για το Grexit.  Φτάνουμε σε αστειότητες, να μεταδίδεται η είδηση ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός είναι έτοιμος να θέσει βέτο στη συμφωνία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για το πρόβλημα του Ηνωμένου Βασιλείου και για το Brexit και αυτό να αυτοδιαλύεται ως είδηση μέσα σε λίγες ώρες, γιατί φυσικά δεν ήθελε, δεν μπόρεσε να θέσει τέτοιο βέτο - αλλά γιατί το είπε αφού δεν επρόκειτο να το κάνει;
Και βέβαια, όλα αυτά οδηγούν σε μία πρωτοφανή απώλεια ελέγχου στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, γιατί σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στην εξαιρετικά δύσκολη περίοδο 2010-2014, ο κ. Τσίπρας είχε τη φαεινή ιδέα να συνδέσει τη διαπραγμάτευση για το Μνημόνιο με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής παίζοντας τότε με τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον της Ρωσικής Ομοσπονδίας.  Στη συνέχεια, ο ίδιος είχε την ιδέα να συνδέσει το προσφυγικό, δηλαδή την ετοιμότητα της χώρας να φιλοξενήσει μεγάλο αριθμό προσφύγων και παράτυπων μεταναστών, με τη διευθέτηση του δημοσίου χρέους, η οποία ούτως ή άλλως έγινε το 2012 και απλώς πρέπει να τη θυμηθούν και να την τιμήσουν και να μην την υπονομεύσουν και όχι να τη διαπραγματεύονται ανοήτως.  Εν τέλει φτάσαμε στη διασύνδεση της προσφυγικής κρίσης με την αμφισβήτηση πάγιων στοιχείων της εθνικής στρατηγικής, που έχει διαμορφωθεί με κόπους και με βάσανο και με μεγάλη προσοχή εδώ και 42 χρόνια ως μία ενιαία εθνική στρατηγική Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου, γιατί περί αυτού πρόκειται κατ’ ουσίαν.

Δεν είναι όμως μόνο αυτά.  Λησμονήσαμε ίσως το πιο σημαντικό, ότι η χώρα ζει τους τελευταίους μήνες σοβαρό πρόβλημα δημοκρατίας και κράτους δικαίου.  Υπάρχει ολομέτωπη επίθεση κατά των εγγυήσεων του κράτους δικαίου και της πολυφωνικής δημοκρατίας.  Δεν είναι μόνο το ζήτημα των μέσων ενημέρωσης, που δεν είναι αμφισβήτηση της διαπλοκής και της οικονομικής ισχύος των ιδιοκτητών, στην πραγματικότητα είναι παιχνίδι εκβιασμών μεταξύ παλαιών και νέων, στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα παιχνίδι πολιτικής επιβολής στο χώρο της ενημέρωσης, που ετοιμάζεται να επεκταθεί στο ραδιόφωνο, στο διαδίκτυο, δηλαδή σε κάθε είδους ενημέρωση. Και βέβαια έχουμε την επίθεση κατά των ανεξαρτήτων αρχών και τη βαθιά κρίση στη δικαιοσύνη, γιατί ίσως η μακρά αποχή των δικηγόρων, το ασφαλιστικό, να μη μας επιτρέπει να δούμε ότι πίσω από αυτό υπάρχει πολύ σοβαρό πρόβλημα απονομής δικαιοσύνης και πολύ σοβαρό πρόβλημα εσωτερικής ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης.  Δηλαδή όχι διάκρισης των εξουσιών και σχέσεων της δικαστικής εξουσίας με την εκτελεστική εξουσία, αλλά σχέσεων πειθαρχικών και ιεραρχικών στο εσωτερικό της δικαιοσύνης, με κάποιους να διασυνδέονται με την Κυβέρνηση και με κάποιους άλλους να ενεργούν στο όνομα της δικής τους συνείδησης, η οποία είναι ανεξάρτητη αλλα δικανική , πρέπει να διαμορφώνεται όπως ορίζει το Σύνταγμα.

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι τα πράγματα είναι πια πολύ σοβαρά και το ερώτημα δεν είναι μόνον αν μπορεί να συμμαζευτεί η κατάσταση, διότι δεν ξέρω αν αρκεί να συμμαζευτεί η κατάσταση ή αν χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο.  

Δεν αρκεί να υπάρξει μία τελική πρόταση για το ασφαλιστικό.  Ας πούμε ότι η Κυβέρνηση υιοθετεί την πρόταση που ακούσαμε προηγουμένως και την ψηφίζει με μία κοινοβουλευτική πλειοψηφία.  Αυτό σημαίνει ότι η χώρα απέκτησε στρατηγική, ρυθμό, προοπτική, ότι θα κινηθεί η οικονομία, ότι θα γίνουν επενδύσεις, ότι θα μπούμε σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης;  Δυστυχώς όχι, απαιτούνται πολύ περισσότερα πράγματα και βεβαίως πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα άμεσα θέματα και να σκεφτούμε τι θα γίνει αν  γίνει δεκτή η πρότασή μας και αναλάβει τις τύχες της χώρας μία κυβέρνηση όπως θα έπρεπε να είναι η κυβέρνηση από το 2012 και σίγουρα από το 2015, δηλαδή μία κυβέρνηση ευρύτατης συνεργασίας των δημοκρατικών φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων με το σωστό εσωτερικό συσχετισμό, με γενναιοδωρία, με υπερβάσεις.  

Αυτή η κυβέρνηση είναι εύκολο να αντιμετωπίσει το ασφαλιστικό, το προσφυγικό, το πρόβλημα της εθνικής στρατηγικής, το πρόβλημα των νέων ευρωπαϊκών συσχετισμών, να δώσει ελπίδα στον Έλληνα, να κινητοποιήσει τις δημιουργικές δυνάμεις;  Όχι βεβαίως, δεν είναι τίποτα εύκολο και δεν είναι εύκολο, γιατί δεν υπάρχουν από τη μια οι πολιτικοί και από την άλλη η κοινωνία.  Υπάρχει η κοινωνία μόνη της που παράγει πολιτική, που δεν έχει ισορροπεί στη σχέση της σε σχέση με την αλήθεια, γιατί εδώ υπάρχουν θεμελιώδη προβλήματα σχέσεων μεταξύ δημοκρατίας και αλήθειας και δημοκρατίας και ιστορίας.  

Νομίζουν κάποιοι ότι η δημοκρατία είναι η περιοδική έκφραση της βούλησης του λαού μέσω εκλογών.  Ναι, αυτό είναι ένας ορισμός υπό ομαλές συνθήκες, αλλά υπάρχει ιστορία που γράφεται, υπάρχει ιστορία που κρίνει και υπάρχει και η αλήθεια, η οποία αποζητείται αλλά απορρίπτεται, η οποία λέγεται αλλά καταψηφίζεται, γιατί υπάρχουν πολιτικές και πολιτικές,και πολιτικοί και πολιτικοί.  Αυτοί οι οποίοι συγκεντρώνουν την πλειοψηφία, την αποδοχή, λέγοντας πράγματα που είναι ανεφάρμοστα, λέγοντας πράγματα που η κοινωνία ξέρει ότι είναι επικίνδυνα και ανεφάρμοστα, αλλά τα ψηφίζει.

Αναρωτήθηκα χθες σε μία πιο μικρή συνάντηση με τους φίλους μας του Πρώτου Διαμερίσματος της νομαρχιακής οργάνωσης του ΠΑΣΟΚ στη Θεσσαλονίκη, που έκοψαν την πίτα τους, γιατί άραγε η Κύπρος κατάφερε να βγει από την κρίση τόσο γρήγορα και τόσο αποτελεσματικά και η Ελλάδα ανακυκλώνεται μέσα στη μιζέρια της κρίσης;  Για πολλούς λόγους βέβαια, θα μπορούσαμε να κάνουμε μία μακρά ανάλυση, αλλά θα σας πω τον πιο οφθαλμοφανή.  

Στην Κύπρο άντεξε το πολιτικό σύστημα και το παλαιό πολιτικό σύστημα την έβγαλε από την κρίση.  Η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος στο όνομα του νέου, το οποίο αποδεικνύεται πιο παλιό από το παλιό, αποδεικνύεται επικίνδυνα αρχαϊκό μέσα στο ψέμα του και τη δημαγωγία του, μας καθήλωσε σε αυτό το σισύφειο πάθος, να ρίξουμε τον Ιανουάριο του 2015 το βράχο και ο ελληνικός λαός, ο Σίσυφος, αφού έριξε το βράχο με την ψήφο του, να πρέπει να τον ξαναφορτωθεί στην πλάτη και να τον ξανανεβάσει και το ίδιο το έκανε και στο δημοψήφισμα, το ίδιο το έκανε και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου.  Άρα είναι μία επανειλημμένη και συνειδητή επιλογή, η οποία έχει κόστος.

Και στην Πορτογαλία άντεξε το παλαιό πολιτικό σύστημα και η χώρα ήταν έτοιμη να βγει από την κρίση, για να μη σας πω ότι βγήκε, αν δει κανείς τα δημοσιονομικά της στοιχεία και τις αποδόσεις των ομολόγων της.  Τώρα όμως που οι φίλοι μας, οι σύντροφοί μας του σοσιαλιστικού κόμματος σχημάτισαν κυβέρνηση με τις λεγόμενες αντιμνημονιακές δυνάμεις της αντιευρωπαϊκής αριστεράς, τώρα ξαναμπαίνει η Πορτογαλία στην κρίση.

Και η Ισπανία, η οποία δεν έζησε κρίση ανάλογη με την ελληνική, αλλά έχει κρίση, γιατί και σε ένα είδος προγράμματος μπήκε και τραπεζικό πρόβλημα μεγάλο είχε, τώρα δεν μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση και το πολιτικό ζήτημα είναι αυτό, που μπορεί να την οδηγήσει σε οικονομικό αδιέξοδο.

Το πρόβλημα της χώρας φαινομενικά είναι οικονομικό, είναι βαθιά πολιτικό, είναι βαθιά κοινωνικό, είναι βαθιά πολιτιστικό, είναι πρόβλημα νοοτροπίας, είναι πρόβλημα αυτοσυνειδησίας, είναι πρόβλημα εθνικής ταυτότητας, το οποίο κάποιοι το αντιμετωπίζουν συνομωσιολογικά, κάποιοι το αντιμετωπίζουν μέσα από τον ορθολογισμό και την αλήθεια. Μα αυτό είναι μία σύγκρουση που κρατάει αιώνες κι είναι μία σύγκρουση που ταλανίζει το ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος από την κήρυξη της Επανάστασης της Ανεξαρτησίας μέχρι σήμερα.

Τί είναι αυτό που ενώνει το ΣΥΡΙΖΑ, τους ΑΝΕΛ και τη λεγόμενη αντιμνημονιακή δεξιά, που έχει στρατηγική συμμαχία με την κυβέρνηση;  Αυτή η συνομωσιολογική αντίληψη, αυτή η αντίληψη για το διεθνές γίγνεσθαι, για τους διεθνείς συσχετισμούς, η αμφισβήτηση για το δυτικό χαρακτήρα και προσανατολισμό της χώρας, η αναζήτηση λύσης σε ένα δάνειο ή σε μία συμφωνία με τη Ρωσία ή με την Κίνα, δηλαδή η πλήρης αδυναμία να αντιληφθούμε τους πραγματικούς συσχετισμούς και ενώ λέμε αυτά, πράττουμε τα άλλα.

Θυμάστε τί είχε συμβεί το καλοκαίρι του 2014 επειδή η Ελλάδα συντάχθηκε όχι με το ΝΑΤΟ, αλλά με τον ΟΗΕ και με το Διεθνή Οργανισμό για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων, όταν έπρεπε να συμβάλουμε κι εμείς στοιχειωδώς στο να καταστραφούν τα χημικά όπλα του Άσαντ προκειμένου να μη γίνεται χρήση χημικών όπλων στη Συρία;  Δεν ήθελαν ένα αμερικανικό πλωτό εργαστήριο να συμβάλει στην καταστροφή των χημικών όπλων, επειδή αυτό ήταν απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και επειδή το πλωτό εργαστήριο ήταν αμερικανικό.  

Και τώρα έχουμε αποστολή του ΝΑΤΟ στο χώρο του βορείου και βορειοανατολικού Αιγαίου,εξαιρουμένης της Δωδεκανήσου, γιατί η Τουρκία δε θέλει ρητά να αποδεχθεί τη χάραξη των θαλασσίων συνόρων σύμφωνα με την ιταλοελληνική συμφωνία του 1947 για την προσάρτηση των Δωδεκανήσων, η οποία συνιστά επανάληψη της ιταλοτουρκικής συμφωνίας του 1932 για τη χάραξη των θαλασσίων συνόρων και ο Πρωθυπουργός ταξιδεύει στο Ιςφαχάν υποβάλλοντας σχέδιο πτήσης που απορρίπτει η Τουρκία για να θυμίςει την αποκρατικοποίηση της Δωδεκανήσου.  Έχω πει ότι κι εγώ πήγα λίγο πριν τις εκλογές, ως Υπουργός Εξωτερικών, στο Ισφαχάν, διότι το θέλουν οι Ιρανοί φίλοι μας πριν πας στην Τεχεράνη να σταματάς εκεί, αλλά δεν υποβάλαμε σχέδιο πτήσης στην Τουρκία.  

Αντιλαμβάνεστε τί θα συνέβαινε εάν η απόφαση αυτή για το ΝΑΤΟ ήταν μία απόφαση που την έλαβε η Κυβέρνηση των Σαμαρο-Βενιζέλων;
  Ή αντιλαμβάνεστε τί θα συνέβαινε αν αυτήν την απόφαση την είχε λάβει η αρχική κυβέρνηση των Σαμαρο-Βενιζελο-Κουβέληδων;  

Αντιλαμβάνεστε πόση σημασία έχει να υπερασπιζόμαστε το έργο μας
 και να μην το παραδίδουμε ως δώρο στα χέρια της Νέας Δημοκρατίας, ώστε αυτή να ισχυρίζεται με ευκολία ότι δικό της έργο είναι η δημοσιονομική και διαφορετική προσαρμογή και το κεκτημένο της χώρας του Δεκεμβρίου του 2014; Αντιλαμβάνεστε πόσο μεγάλη σημασία έχει να ξεπεράσουμε την αμφιθυμία μας και να πιστέψουμε στη στρατηγική μας;  

Αντιλαμβάνεστε πόσο επικίνδυνη είναι η θεωρία των ίσων αποστάσεων;  

Γιατί κάθε συγκυρία έχει ένα κύριο μέτωπο και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να τιμούμε τους αγώνες που δώσαμε υπέρ του «ναι» στο δημοψήφισμα και να μη χαρίζουμε σε κανέναν αυτό το 39%, που είναι το εφαλτήριο από το οποίο θα ξεκινήσει η αλλαγή των συσχετισμών στη χώρα.  

Διότι βεβαίως και θέλουμε τον επαναπατρισμό της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ που πήγε σε πολύ μεγάλο ποσοστό δυστυχώς στο ΣΥΡΙΖΑ και βεβαίως είμαστε έτοιμοι να τους δεχθούμε και να τους υποδεχθούμε σφάζοντας το «μόσχο το σιτευτό».  Όμως πρέπει να καταλάβουμε ότι η επιστροφή συνιστά και μία αναδρομική αποδοχή επώδυνων λύσεων, χωρίς τις οποίες δε στέκεται η χώρα όρθια και δεν πορεύεται η χώρα στην ανασυγκρότησή της και την ανάταξή της. Αλλά για να υπάρχει αυτό, πρέπει να υπάρξει ο χώρος όπως τον προσδιόρισε το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ τον Ιούνιο του 2015, γιατί πρέπει να έχουμε μνήμη στοιχειώδη.  Τα συζητήσαμε όλα και είπαμε ότι δεν υπάρχει μία λύση που μπορεί να δοθεί μόνο στο πλαίσιο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, διότι θέλουμε και ανθρώπους οι οποίοι προσδιορίζονται διαφορετικά, θέλουμε και ανθρώπους οι οποίοι έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία για τον πολιτικό φιλελευθερισμό.  Μα ναι, αλλά η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία που κάποτε ήταν κόκκινο πανί για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο προσχώρησε στη Σοσιαλιστική Διεθνή μόλις το 1992, γιατί δεν ήθελε να συνυπάρχει με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα,  η σοσιαλδημοκρατία τώρα δεν αρκεί, η ίδια το αντιλαμβάνεται αυτό, χρειάζονται διευρύνσεις. Και το είχαν αντιληφθεί αυτό άνθρωποι πολύ σοβαροί, που έχουν ποτίσει τις πηγές της ευρωπαϊκής σοσιαλιστικής σκέψης πριν τον πόλεμο και μετά τον πόλεμο.  Ο Norberto Bobbio, ο Rosselli, όλο το μεγάλο κύμα που έφτιαξε την πλειοψηφία του Δημοκρατικού Κόμματος τώρα στην Ιταλία, πώς νομίζετε ότι προήλθε;  Πού ανήκε ο Ρέντσι, που είναι το πρότυπο ενός σύγχρονου, προοδευτικού δημοκράτη Πρωθυπουργού, με άποψη για τους συσχετισμούς των δυνάμεων;

Αλλά και πάλι, στην Ευρώπη κυριαρχούν μόνο οι εθνικές στρατηγικές και μόνο διακρατικοί συσχετισμοί.  Ο φίλος μας ο Καγκελάριος της Αυστρίας, ο προοδευτικός Φάϊμαν, ο φίλος μας, τί άποψη έχει για το προσφυγικό;  Γιατί άλλαξε η άποψή του;  Γιατί είναι σοσιαλδημοκράτης, αλλά είναι Αυστριακός και γιατί πάντα οι χώρες έχουν βασικό τους πρόταγμα το εθνικό τους συμφέρον.  Και με βάση το εθνικό συμφέρον βλέπεις τις συμμαχίες τώρα μίας κας Μέρκελ η οποία είναι η προνομιακή συνομιλήτρια, η σύμμαχος, η προστάτιδα;  Και η στάση της Γαλλίας θα είναι πάντα η ίδια, είτε είναι ο Πρόεδρος Ολάντ είτε είναι ένας συντηρητικός Πρόεδρος αύριο;  Να σκεφτούμε λίγο πιο πολύπλοκακαι λίγο πιο έξυπνα, και να διαμορφώσουμε αυτό που ορίζεται ως μεσαίος χώρος, ο προοδευτικός μεσαίος χώρος, ο ευρύς μεσαίος χώρος, που συσπειρώνει όλες τις δυνάμεις οι οποίες δεν ανήκουν στη συντηρητική παράταξη, αλλά και δεν αποδέχονται ότι έχει μεταλλαχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και ότι θα βρει τη θέση του στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα και στην προοδευτική συμμαχία των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών.  

Η έννοια του Κέντρου, που έτυχε για λόγους ιστορικούς στην Ελλάδα να είναι μία προοδευτική έννοια, μας επιτρέπει να οριοθετήσουμε το χώρο μας σε σχέση με την «κεντροδεξιά»  διείσδυση του κ. Μητσοτάκη, αλλά και σε σχέση με την «κεντροαριστερή» αφήγηση του κ. Τσίπρα.  Γιατί για τον κ. Τσίπρα, ριζοσπαστική αριστερά είναι η άκρατη δημαγωγία και η ανευθυνότητα, και κεντροαριστερά είναι ο καλλωπισμός και το περιτύλιγμα του απόλυτου οπορτουνισμού.  Μπορούμε να τα επιτρέψουμε αυτά και μπορούμε να δώσουμε σε οποιονδήποτε το πρόσχημα να μη στρατευθεί γιατί δε βρίσκει τη λέξη που θέλει;  Όλες οι λέξεις ειναι μέσα, και η οικολογία και η μεταρρύθμιση και ο ριζοσπαστισμός και το Κέντρο και η Σοσιαλδημοκρατική και η Κεντροαριστερά, όλα, διότι το ζητούμενο είναι να έχεις μία αντίληψη για την εθνική στρατηγική, να πιστεύεις σε αυτήν, χωρίς αμφιθυμίες.  Άρα, έχει πολύ μεγάλη σημασία να πούμε ότι χρειάζεται ένα καθαρό μεταρρυθμιστικό πρόταγμα, χωρίς κανένα φλερτ με το λαϊκισμό και τον παλαιοκομματισμό.  Αλλά αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο, γιατί υπάρχουν διαρθρωτικού χαρακτήρα συμπεριφορές της Κυβέρνησης και της Αντιπολίτευσης.  Γιατί επικρατεί η αντίληψη που λέει ότι η Κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τις ευθύνες της και καταβάλλει το κόστος, επειδή –όπως λέμε στα νομικά– η Κυβέρνηση έχει την ευθύνη των τυχηρών, βρίσκεται στη θέση αυτή, έχει αντικειμενική ευθύνη και η Αντιπολίτευση έχει μία ελευθεριότητα, μπορεί να λέει διάφορα πράγματα ανάλογα με το μέγεθός της.  Η μείζονα Αντιπολίτευση πιο εύκολα, τα μικρότερα κόμματα της Αντιπολίτευσης με έναν πιο προσεκτικό τρόπο.  Αλλά αυτό δεν οδηγεί πουθενά, μία Αντιπολίτευση η οποία δεν έχει ολοκληρωμένη άποψη και δεν έχει τη συναίσθηση της ευθύνης για την πορεία της χώρας, δεν είναι έτοιμη να δεχθεί την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας.  

Με ρωτούν –με ρώτησαν και οι δημοσιογράφοι προηγουμένως– κυβέρνηση ευρύτατης συνεργασίας των δημοκρατικών φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων, από την παρούσα Βουλή ή μετά από εκλογές;  Αυτό θα έπρεπε να γίνει το αργότερο το Σεπτέμβριο του 2015. Μετά τις εκλογές η λύση έπρεπε να είναι η γενναιόδωρη και ευρεία λύση, η συνεργασία όλων αυτών που ψήφισαν το τρίτο Μνημόνιο και τώρα μας λένε, «μα το ψηφίσατε, γιατί δεν ψηφίζετε και τους εφαρμοστικούς νόμους»;  Αν το ψηφίσαμε, έπρεπε να κληθούμε όλοι να συμπράξουμε σε ένα εθνικό μέτωπο.  Γιατί επελέγη το κλειστό σχήμα νομής της εξουσίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, Τσίπρα-Καμμένου;  Και τί ζητά η Κυβέρνηση, ζητά τη συναίνεση επί ποίου πράγματος, ή ζητά να συμπληρωθεί η ελλειμματική κοινοβουλευτική πλειοψηφία;  Σου λέει –το είπε και χθες– «δε χρειάζομαι ψήφο στα δύσκολα», ήταν και γενναιόδωροι, «ψηφίστε στα εύκολα είπε», ψηφίστε ένα νομοσχέδιο το οποίο υποκαθιστά αυτό που ακύρωσαν, δηλαδή το ολοκληρωμένο σχέδιο κοινωνικής προστασίας που είχαμε φτιάξει με το εγγυημένο επίπεδο διαβίωσης και όλες τις άλλες παροχές, το ακατάσχετο των 1.500 Ευρώ, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ανασφαλίστων, όλο το σύστημα το οποίο χρηματοδοτείται από το ειδικό Κοινοτικό Ταμείο για τους απόρους, του οποίου τα κονδύλια παραμένουν αδιάθετα και δεν έχουν απορροφηθεί από τη χώρα.        

Άρα, τί κάνουμε εμείς;  Θέλουμε να ρίξουμε την Κυβέρνηση;  Η Κυβέρνηση μπορεί να κυβερνήσει ή μπορεί να δηλώσει ότι δεν μπορεί, όχι γιατί δεν έχει πλειοψηφία αλλά γιατί δεν έχει πολιτική και, εδώ που τα λέμε- για να κάνουμε και μια πρώτη άσκηση για να δούμε αν μπορούμε να λέμε αλήθειες-είναι δίκαιο ιστορικά, εύλογο δημοκρατικά και αποτελεσματικό εθνικά, να είναι ιθύνουσα δύναμη μιας μεγάλης κυβέρνησης ευρείας συνεργασίας όλων των δημοκρατικών φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων ο ΣΥΡΙΖΑ;  Όχι.  Σε ποια λογική βασίζεται αυτό;  Στην ψήφο του Ελληνικού λαού που έδωσε 35,5% στο ΣΥΡΙΖΑ και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου.  Ναι, αλλά οι συσχετισμοί αλλάζουν.  Για ν’ αλλάξουν οι συσχετισμοί δεν μπορεί ν’ αλλάξουν σ’ έναν διπολισμό όπου ο ένας πόλος είναι παλιός, η Νέα Δημοκρατία ο οποίος άντεξε για λόγους που αφορούν τις εσωτερικές δυσχέρειες και αντιγνωμίες του ΠΑΣΟΚ πρωτίστως, και ο άλλος  πόλος αρχαϊκός, δηλαδή παλιότερος του παλιού, που είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, και να αφεθεί ο μεσαίος χώρος να συμπιεστεί στο δίλημμα του εκλογικού νόμου για το οποίο θα πάρει το μπόνους.  Δεν κυβερνιέται ο τόπος ούτε από την παρούσα Βουλή, ούτε από την επόμενη Βουλή εάν δε συγκροτηθεί αυτός ο χώρος.  

Αλλά ο χώρος αυτός πώς αποσυντέθηκε;  Από τους αντιπάλους;  Μας μάτιαξαν;  
Τί έγινε;  Αποσυντέθηκε επειδή υπήρχαν φιλοδοξίες ανιστόρητες, επειδή κάποιοι νόμιζαν ότι μπορεί να παίξουν ρόλο που δεν μπόρεσαν να παίξουν, αλλά επειδή υπάρχουν και διαφορετικές αντιλήψεις, υπάρχει αυτή η αμφιθυμία.  Επειδή κάποιοι πίστευαν ότι υπήρχε ένας εύκολος δρόμος και εμείς δεν ακολουθήσαμε τον εύκολο δρόμο, ακολουθήσαμε τον δύσκολο επειδή θέλαμε να αναλάβουμε πολιτικό κόστος, εθελοντικά.  Μα αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος.  

Παρουσίασε ο κ. Νεκτάριος προηγουμένως,
 τα αίτια του ασφαλιστικού προβλήματος της χώρας.  Παρακολουθείτε ότι εξακολουθούν να εκδίδονται αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας που θεωρούν αντισυνταγματικές περικοπές συντάξεων για ειδικές κατηγορίες συνταξιούχων;  Συνεχώς.  Αυτό είναι μια δημοσιονομική βόμβα.  

Εάν ήμασταν εμείς στην Κυβέρνηση
 και δεν μεσολαβούσαν εκλογές και είχαμε εκλέξει Πρόεδρο Δημοκρατίας, θα μας ετίθετο το ασφαλιστικό με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ετέθη μετά το καλοκαίρι του 2015 και μετά το τρίτο μνημόνιο;  Μα εδώ υπάρχει μία συμπλοκή του δημοσιονομικού προβλήματος που είναι άμεσο και του διαρθρωτικού προβλήματος.  Θα μπορούσαμε, υπό πολύ μικρότερη δημοσιονομική πίεση, γιατί θα είχαμε άλλα δημοσιονομικά αποτελέσματα και άλλη μακροοικονομική εικόνα, να δούμε το διαρθρωτικό πρόβλημα με ριζοσπαστισμό και με διορατικότητα και με γενναιότητα αλλά όχι υπό την πίεση των άμεσων δημοσιονομικών στόχων, γιατί εδώ η μείωση της δαπάνης κατά 1,8 δισ. είναι στοιχείο του μεσοπροθέσμου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Μιλάμε βέβαια, όπως αντιλαμβάνεστε, για την ανάγκη να μειωθεί η εθνική δαπάνη, δηλαδή η δαπάνη όχι μόνο του κρατικού προϋπολογισμού αλλά της οικονομίας συνολικά, των ασφαλιστικών ταμείων, της γενικής κυβέρνησης, ακόμα και ταμείων που είναι εκτός γενικής κυβέρνησης,  η συνολική δαπάνη.

Αυτή η συζήτηση θα μπορούσε να έχει γίνει λοιπόν, με έναν πιο αποσυμπιεσμένο και ορθολογικό τρόπο, αλλά δε γίνεται δυστυχώς και δε γίνεται διότι η νομοθεσία για τα επαγγελματικά ταμεία είναι ψηφισμένη από το 2002 αλλά δεν έχει εφαρμοστεί και το μόνο ουσιαστικά επαγγελματικό ταμείο το οποίο λειτουργεί, και πολύ πριν το 2002, με πρωτοβουλία των ίδιων των ασφαλισμένων του, διέθεσε προχθές ένα σημαντικό ποσό των αποθεματικών του, 70.000.000€ στην ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Αττικής.  

Αυτοί όμως οι οποίοι επέβαλλαν τη λύση
 αυτή λένε, «το PSI κατέστρεψε τα ασφαλιστικά ταμεία» δηλαδή το ότι το κράτος πήρε 13 δισεκατομμύρια στην περιουσία του και τα έχει και αντισταθμίζονται με το γεγονός ότι οι επιχορηγήσεις του κράτους προς τα ασφαλιστικά ταμεία από το 2009 έως σήμερα, είναι κατά μέσο όρο 15 δισεκατομμύρια το χρόνο. Αλλά κανείς δε λέει πού είναι τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων και των άλλων νομικών προσώπων της γενικής κυβέρνησης που συγκεντρώθηκαν το καλοκαίρι, όταν είχε στερέψει η ρευστότητα.  Κανείς δε ρωτά πώς λειτουργεί σήμερα το κοινό κεφάλαιο της Τράπεζας της Ελλάδος. Μα έχει αποδειχθεί όμως, για να το ξέρουμε και αυτό, μέσα από υπολογισμούς οι οποίοι είναι σχετικά εύκολοι, ότι ακόμα και αν είχε γίνει η πιο χρηστή και ορθολογική διαχείριση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων σε όλα τα χρόνια της μεταπολίτευσης, αν όλα τα αποθεματικά είχαν επενδυθεί σε δεκαετή ομόλογα του γερμανικού δημοσίου, η διαφορά σε αποδόσεις θα ήταν μηδαμινή, θα ήταν λιγότερο από 2%.  

Άρα το πρόβλημα είναι αυτό
 που είπε ο ομιλητής προηγουμένως, το πρόβλημα είναι η αλόγιστη διαχείριση ενός συστήματος, η οποία γίνεται από τους πολιτικούς; Οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, είναι μία επιπλοκή των πολιτικών, δεν είναι μία επιλογή των πολιτών, δεν είναι μία επιλογή της κοινωνίας, δεν είναι μία επιλογή συνδικαλιστικής πίεσης, δεν είναι μία επιλογή που ψηφίζεται;  Γιατί, τί πολιτικός είσαι αν οι προτάσεις σου καταψηφίζονται;  Δεν τις εφαρμόζεις, εφαρμόζονται οι προτάσεις που ψηφίζονται. Δεν υπάρχει πολιτική ερήμην της δημοκρατίας και ερήμην των πολιτών και ερήμην της κοινωνίας.  

Όταν αποστρατεύονται οι αξιωματικοί
 της αστυνομίας και του στρατού σε ηλικία 52-54 ετών, 50 ετών, με βαθμό, μισθό και σύνταξη αντιστρατήγου, κι όταν ένας Πρέσβης αποχωρεί σε ηλικία 60 ετών υποχρεωτικά, με 35 χρόνια δημόσια υπηρεσία επειδή μπήκε 25 χρονών και έχει τον υψηλότερο βαθμό στην ιεραρχία τη στιγμή της ακμής του και της ωριμότητάς του, αυτή δεν είναι πρόωρη συνταξιοδότηση, δυστυχώς.  Είναι συνταξιοδότηση με πλήρη συντάξιμη υπηρεσία 35 ετών, διότι ο νεοεισαγόμενος στις παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, θεωρείται ότι είναι ασφαλισμένος από την εισαγωγή του στο πρώτο έτος της Σχολής Ευελπίδων ή της Σχολής Υπαστυνόμων και ο άλλος έχει ήδη συμπληρώσει τριακονταπενταετή υπηρεσία, η τριακονταπενταετής από πότε ισχύει, ως αντίληψη;  Για να πάρουμε το παράδειγμα των συντάξεων του δημοσίου, των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων του δημοσίου.  

Αντιλαμβάνεσθε πόσο βάθος
 έχει αυτή η συζήτηση.  Αντιλαμβάνεσθε ότι έχουμε μία ευθύνη μεγάλη γιατί κυβερνήσαμε τον τόπο αυτό ένα μεγάλο μέρος της μεταπολίτευσης, αλλά και η Νέα Δημοκρατία έχει την ίδια ευθύνη και τα μικρά κόμματα της Αριστεράς, της τότε Αριστεράς, που κυριαρχούσαν στον αντιπολιτευτικό και συνδικαλιστικό λόγο, δεν έχουν καμία ευθύνη ;Και το αποτέλεσμα όλης αυτής της ιστορίας είναι η Νέα Δημοκρατία να διεκδικεί την εξουσία, ο ΣΥΡΙΖΑ, από ένα κόμμα του 4% να είναι κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ να αναζητά ξανά το αν θα υπάρχει μέσα από ένα άλλο σχήμα, που πρέπει να υπάρξει το άλλο σχήμα, μαζί με τις κινήσεις, μαζί με τη ΔΗΜΑΡ, μαζί με οικολόγους, δημοκράτες, και ούτω καθεξής;  Είναι άνιση μεταχείριση.  Η κοινωνία πρέπει να σκεφθεί πολύ γύρω από τα θέματα αυτά, αλλά για να κάνουμε την κοινωνία να σκεφθεί, πρέπει εμείς να πιστέψουμε σε αυτά.

Αυτό το ποσοστό που έχουμε
, ως αφετηρία, διευρυνόμενο με το Ποτάμι, διευρυνόμενο με όλους τους άλλους οι οποίοι δεν στρατεύθηκαν μαζί μας γιατί φλέρταραν με διάφορες ιδέες και, φυσικά, μία «ιδέα» είναι η ψήφος στη Δεξιά για να αλλάξει η κυβέρνηση και αυτούς πρέπει να τους ανακόψουμε. Απευθυνόμενοι σε αυτούς οι οποίοι έχουν αποδεδειγμένη συνάφεια με τις αντιλήψεις μας, γιατί έδωσαν μαζί μας τη μάχη του «ναι», απευθυνόμενοι σε αυτούς που πήγαν να βρουν κάτι στο ΣΥΡΙΖΑ και δεν το βρήκαν και αντιθέτως βρίσκουν το φάντασμα των αμφισβητήσεων του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας, τον πυρήνα μιας αυταρχικής αντίληψης.   

Μπορούμε λοιπόν να συγκροτήσουμε πραγματικά ένα νέο ρεύμα, το οποίο να αλλάξει τους συσχετισμούς, αλλά με πραγματική γενναιοδωρία, όχι με εικονική.
  Να θέσουν όλοι τον εαυτό τους στη διάθεση της παράταξης, όπως έκανα εγώ.  Αυτό που έκανα εγώ να το κάνουν όλοι, που αναδέχθηκα ευθύνες εξ αντικειμένου και αντιλήφθηκα το ΠΑΣΟΚ και τη δημοκρατική παράταξη ως ένα μηχανισμό τεταγμένο στην υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος.  Γιατί όλα τα άλλα δεν φτάνουν , είναι καλά λόγια και ευγενικά και καλές προθέσεις, αλλά χρειάζεται πράξη και η πράξη είναι και διδακτική και αποδεικτική και επώδυνη.  

Γι’ αυτό λοιπόν θέλω να σας παρακαλέσω
, όλες και όλους, να γίνετε κήρυκες αυτής της επιχειρηματολογίας, γιατί έτσι θα πείσουμε τον κόσμο και θα του δώσουμε να καταλάβει την αξία των ιδεών μας και τη φερεγγυότητα των προτάσεών μας. 
Σας ευχαριστώ πολύ
 http://evenizelos.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πυκνές οι εξελίξεις τον Σεπτέμβριο για την ελληνική οικονομία

Κομβικός μήνας θεωρείται ο Σεπτέμβριος για το οικονομικό επιτελείο, με ημερομηνίες- σταθμούς για την πορεία των μεγεθών του προϋπολογισμ...