Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Μας λείπει κάτι;


Πλήθος κόσμου έχει μαζευτεί μπροστά στην πλατεία με το κόκκινο δημαρχείο. Το ρολόι ψηλά στην κορυφή του πύργου πλησιάζει τις τέσσερις το ξημέρωμα. Το κρύο είναι τσουχτερό. Στο χτύπημα του ρολογιού, όλα τα φώτα της πόλης σβήνουν.
Μέσα από τα στενά ξεπροβάλουν επιβλητικά και τρομακτικά τα Waggis. Με τις τεράστιες δύσμορφες μάσκες τους, τα φωτισμένα καπέλα και τα πολύχρωμα παρδαλά τους ρούχα.
Εκατοντάδες άνθρωποι με φλάουτα και τύμπανα αφήνουν ρυθμούς παλιούς από τα μαύρα χρόνια του μεσαίωνα και τα φωτεινά μονοπάτια της αναγέννησης να ξεχυθούν στον παγωμένο νυχτερινό αέρα.
Είναι η ώρα που ξεκινά το καρναβάλι της Βασιλείας, το Fasnacht.
Την επομένη η μεγάλη παρέλαση των αρμάτων και των καρναβαλιστών κρατά ολόκληρη την
μέρα.
Οι δρόμοι της πόλης γεμίζουν κομφετί, οι μουσικές –ταμπούρλα, σαξόφωνα και φλάουτα– σε πλημμυρίζουν και σε ξεσηκώνουν.
Γυρνάμε στους δρόμους και στα σοκάκια της παλιάς πόλης μαζί με τον Γιάννη και την Κατερίνα.
Γέλια πολλά, χρώματα άπειρα και κάπου ανάμεσα στα άλλα το άρμα που σατιρίζει την Τράπεζα της Ελλάδας. Μετά κρασί και νόστιμο κεμπάπ στον Τούρκο.
Την προηγούμενη μέρα ο Γιάννης μας είχε ξεναγήσει στην εκπληκτική έκθεση για το ναυάγιο των Αντικυθήρων που έχει ανοίξει στο μουσείο τέχνης της Βασιλείας.
Δύσκολο να φανταστεί κανείς πόσοι επισκέπτες υπάρχουν Κυριακάτικα. Μια έκθεση γεμάτη Ελλάδα που στήθηκε χάρη στις προσπάθειες κάποιων υπέροχων ανθρώπων από την Ελλάδα – όπως ο φίλος μου ο Γιάννης – και την Ελβετία.
Το Ελληνικό κράτος σχεδόν απόν. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι πρώτες «ανασκαφές» στο ναυάγιο που έγιναν το 1902 ήταν εξ ολοκλήρου χρηματοδοτούμενες και οργανωμένες από την τότε Ελληνική Πολιτεία.
Όλα αυτά συνέβησαν δύο βδομάδες πριν.
Σήμερα έχω κατέβει στην πόλη. Κρύο μα και ήλιος λαμπρός.
Έχοντας ήδη οργώσει τα στενά, παίρνω έναν μπρέτσελ κι ένα καφέ από τα Starbucks κι αράζω στα σκαλοπάτια στις όχθες του ποταμού.
Δεν είμαι ο μόνος.
Μαζεύω ήλιο χαζεύοντας τον πανέμορφο και μεγαλοπρεπή Ρήνο.
Ακούω μουσική, ελληνική μουσική. Χαρούλη, Στρατάκη, Παπακωνσταντίνου, Ψαραντώνη. Λίγους μήνες πριν βούρκωνα. Τώρα το απολαμβάνω.
Φύγαμε από την Ελλάδα πριν πεθάνουμε. Απλά είχαμε δει το όνειρο –κι όποιος θέλει το πιστεύει αυτό– πολύ πριν γίνει η σκληρή και μη αναστρέψιμη σημερινή πραγματικότητα.
Φύγαμε για την Βρετανία με καλές δουλειές. Λεφτά που οι περισσότεροι Εγγλέζοι δεν μπορούσαν να τα σκεφτούν καν.
Μα δεν παλευόταν το πράγμα αυτό. Δεν καταπινόταν το σίχαμα όσο ζάχαρη κι αν έβαζες στο κουτάλι με το δηλητήριο.
Τους πρώτους μήνες κάθε μέρα που γυρνούσαμε από τις δουλειές μας κλαίγαμε.
Κλαίγαμε ευτυχώς αγκαλιά.
Μετά μαλάκωσαν κάπως τα πράγματα.
Ήταν κι η σκέψη πως λίγα χρόνια μετά θα γυρνούσαμε πίσω στην Ελλάδα.
Κι ήρθε το δημοψήφισμα του αλήτη. Κι η αδιανόητη για το κοινό μυαλό προδοσία.
Και μετά η νίκη του ξεφτίλα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου.
Οπότε όλες οι αυταπάτες διαλύθηκαν με μιας.
Το όνειρο της επιστροφής μας τελείωσε.
Οπότε, Θα μέναμε στην μόνιμα συννεφιασμένη Βρετανία για το υπόλοιπο της ζωής μας;
Και τι είναι η ζωή μας, ελληνικό κρατικό ομόλογο που πρέπει οπωσδήποτε και με κάθε τίμημα να πληρωθεί? Κι έτσι με την πρώτη ευκαιρία που ευτυχώς δεν άργησε πολύ, φύγαμε – χωρίς μεγάλη σκέψη είναι η αλήθεια – για την Ελβετία. Ευτυχώς η σύζυγος μου εργάζεται. Εγώ όμως όχι. Εγώ πρέπει να μάθω την γλώσσα.
Εντατικά μαθήματα λοιπόν καθημερινά, τρένο για την Γερμανία κι επιστροφή το μεσημέρι. Μετά διάβασμα.
Αν μου το έλεγε κάποιος λίγα χρόνια πιο πριν, θα γελούσα δυνατά και θα τον έλεγα τρελό. Η ζωή όμως είναι απρόβλεπτη.
Τι λείπει;
Λείπει η δυνατότητα να μπορώ να εκφράσω όμορφα και με ακρίβεια τις σκέψεις μου. Πρέπει να μεταφράζω τις σκέψεις μου από τα ελληνικά στην ξένη γλώσσα.
Για όλα τα πράγματα της καθημερινότητας βέβαια αυτό δεν είναι καθόλου σημαντικό.
Όμως για τα συναισθήματα και τις πιο περίπλοκες από τις σκέψεις μου είναι από δύσκολο ως αδύνατο.
Δεν είμαι native speaker ούτε στα αγγλικά ούτε φυσικά στα γερμανικά.
Οι γλώσσες μαθαίνονται επειδή υπάρχει η ανάγκη να μαθευτούν.
Όμως, κι αυτό που γράφω τελικά είναι μια ανοησία.
Στην Ελλάδα άλλωστε που ήμουνα ποιος νοιαζότανε άλλωστε για το λογικό και για το συναισθηματικό περιεχόμενο των σκέψεων μου;
Στην ουσία δεν είχα και πολύ περισσότερους συνομιλητές πέρα από αυτούς που έχω και τώρα. Δηλαδή την ομορφιά μου.
Ίσως τώρα να είμαι και σε καλύτερη θέση, αφού γράφω στο blog του αγαπητού Πιτσιρίκου και συνομιλώ ουσιαστικά με εκείνον αλλά και με άλλους φίλους που γράφουν στο blog όπως κι εγώ.
Άσε που εξαιτίας του blog συναντήθηκα στην Βασιλεία με πολύ όμορφους ανθρώπους -γεια σας γλυκά «ξενάκια» Γιάννη, Κατερίνα, Φίλιππε και Σουζάν- με τους οποίους στην πατρίδα δεν θα βρισκόμασταν πιθανότατα ποτέ.
Οπότε κι εδώ υπάρχει ένας ακόμη μύθος.
Τελικά, φίλε Πιτσιρίκο, νομίζω πως μονάχα ένα πράγμα μου λείπει.
Δυο-τρεις ακόμα ζωές να είχα μονάχα για να γύρναγα άλλες δέκα φορές το πεπρωμένο ανάποδα και το ξαναέγραφα πάλι από την αρχή.
Τίποτα δεν μας λείπει, αδέρφια της ξενιτιάς.
Κουβαλάμε μαζί τις αναμνήσεις από την Ελλάδα, την μυρωδιά από το χώμα, το χρώμα του ουρανού και τα τραγούδια μας.
Ο Πιτσιρίκος έχει δίκιο όταν γράφει πως η Ελλάδα και οι άνθρωποι που την κατοικούν δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Προσωπικά, λείπω μονάχα δύο χρόνια και κάτι μήνες και βλέπω ήδη πως το χάσμα μεγαλώνει.
Το ξέρω πια πως όταν και αν γυρίσω θα βρω μια άλλη Ελλάδα, κάποιους άλλους Έλληνες.
Το ξέρω πια πως θα είμαι ένας ακόμα ξένος. Παντού πια ξένος.
Κι αυτή η πικρή διαπίστωση άλλες φορές -όλο και λιγότερες όσο περνά ο καιρός- με πληγώνει κι άλλες φορές με λυτρώνει.
Η μικρή μου κόρη για κάποιον απροσδιόριστο λόγο δηλώνει Ελληνίδα και είναι περήφανη για αυτό. Για τον ίδιο απροσδιόριστο λόγο περήφανοι αισθανόμαστε κι εμείς.
Εμείς που αγαπάμε μια άλλη Ελλάδα, μια Ελλάδα που δεν υπάρχει.
Εμείς που σαν ειδωλολάτρες λατρεύουμε το χώμα της, τον ουρανό και την θάλασσα της.
Λατρεύουμε το σώμα της. Την μυρωδιά της σάρκας που ανασάναμε την ώρα που ανοίξαμε τα μάτια κι ουρλιάξαμε από πόνο για μια ανάσα. Την πρώτη ανάσα.
Για μας μιλάω, φίλε Πιτσιρίκο και φίλε Άρη.
Για μας τους όμορφους Έλληνες Τσιγγάνους.
Για εμάς που δεν μας λείπει πια …τίποτα.
Φιλιά από την Εσπερία
Ηλίας
(Αγαπητέ Ηλία, τίποτα δεν μας λείπει. Τα έγραψες πολύ όμορφα. Με κάνεις να θέλω να έλθω στην Ελβετία. Εμένα δεν μου λείπει τίποτα στο εξωτερικό γιατί η μόνη μου περιουσία είναι το μυαλό μου· αυτό που έχω. Κάτι άλλο δεν έχω. Μόνο φίλους άφησα στην Ελλάδα. Οι αναγνώστες με ακολουθούν. Και στη Γη του Πυρός να πάω, οι αναγνώστες οι ίδιοι θα είναι. Ηλία, η Κύπρος είναι σαν την Ελλάδα. Και δεν χρειάστηκε να μάθω και άλλη γλώσσα. Μιλούσα ήδη αγγλικά. Η αλήθεια είναι πως ήθελα να πάω στα Κανάρια Νησιά αλλά δεν γινόταν. Τελικά, μάλλον είναι καλύτερα στην Κύπρο. Βρε Ηλία μου, τι τραγούδια είναι αυτά που ακούς; Εγώ, από την ημέρα που πάτησα το πόδι μου στην Κύπρο ακούω Στέλιο, Στράτο, Μάκη και Ρίτα. Εντάξει, ακούω και Τσιτσάνη· ειδικά τις εκτελέσεις με τον Στράτο Παγιουμτζή. Ηλία, το μόνο πράγμα για το οποίο μετανιώνω είναι που δεν έφυγα από την Ελλάδα πριν από 20 χρόνια. Βασικά, θα ήταν ακόμα καλύτερα να είχα γεννηθεί σε καμιά Κόστα Ρίκα ή στην Νέα Ζηλανδία. Κάπου μακριά από την Ελλάδα, τέλος πάντων. Πάντως, θα πάω το καλοκαίρι Ελλάδα για δροσιά· εδώ κάνει πολλή ζέστη το καλοκαίρι. Θα με φιλοξενήσουν πάλι στην νότιο Κρήτη οι καλοί αναγνώστες του μπλογκ, οπότε δεν θα χρειαστεί να περάσω και από την Αθήνα. Λευκωσία-Ηράκλειο. Κι αν οι συμπατριώτες στην Ελλάδα μας κάνουν το μεγάλο δώρο μετά τον Τσίπρα να κάνουν πρωθυπουργό και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, μέχρι που γυρνάω για πάντα στην Ελλάδα. Θα έχει τρελό κέφι. Ηλία, δεν έχει μεγάλη πλάκα η Ελλάδα όταν δεν είσαι στην Ελλάδα; Είναι σαν να μην υπάρχει. Σαν να είναι ένας τόπος στη φαντασία. Κι εμείς φανταστικοί είμαστε. Γεννιόμαστε, κάνουμε μερικά μπάνια, τρώμε μερικά παγωτά και μετά τέλος. Να είσαι καλά, Ηλία. Να κανονίσουμε το καλοκαίρι να βρεθούμε στην Ελλάδα. Σαν τουρίστες.)
 https://eleutheriellada.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο μύθος ότι ζούμε στον καλύτερο δυνατό (καπιταλιστικό) κόσμο

Από την παγκόσμια φτώχεια μέχρι την ανισότητα μεταξύ των κρατών, όλοι οι δείκτες δείχνουν πως ζούμε στην καλύτερη περίοδο στην ιστορία. ...