Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

το τεράστιο σημερινό μας χρέος

Πολλοί νομίζουν ότι το χρέος του σύγχρονου ελληνικού κράτους είναι μια παλιά ιστορία που μεταφέρονταν απο δεκαετία σε δεκαετία. Μια πολύ παλιά ιστορία δύο αιώνων όπου το ελληνικό κράτος δανείζονταν συνεχώς, έπεφτε έξω συνεχώς και αυτό μας επηρέασε φθάνοντάς μας στη σημερινή μας κατάσταση.
Πράγματι υπήρξαν τέσσερεις τέτοιες περιπτώσεις μέχρι το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Όμως το τεράστιο σημερινό μας χρέος, για το οποίο σήμερα υποφέρουμε, είναι δημιούργημα των τελευταίων 40 ετών.
Μικρό στην αρχή, επιταχυνόμενο μετά, και τεράστιο στο τέλος.




Στοιχεία από Υπουργείο Οικονομικών – ΕΛΣΤΑΤ – EUROSTAT

Το 1981 όταν σχηματίζει κυβέρνηση ο Αντρέας Παπανδρέου το χρέος της γενικής κυβέρνησης (δηλαδή το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης μαζί με το χρέος της τοπικής αυτοδιοίκησης και το χρέος της κοινωνικής ασφάλισης) ήταν μόνο 26,5% του ΑΕΠ της χώρας. Σε απόλυτους αριθμούς ήταν στα 2,2 δισ. ευρώ.

Το 1986, λόγω του δανεισμού, το χρέος είχε ανέβει στο 50% του ΑΕΠ, και το 1989, που φεύγει ο Αντρέας, φθάνει στα 23,3 δισ ευρώ δηλαδή στο 64,2% του ΑΕΠ.
Και η πορεία συνεχίζεται.
Το 1993 η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει φθάσει το χρέος στο 98,3% του ΑΕΠ και σε απόλυτο μέγεθος τα 69,2 δισ ευρώ. Το 1995 το χρέος ως ποσοστό πέφτει στο 97% του ΑΕΠ αλλά φθάνει σέ απόλυτο μέγεθος τα 87 δισ ευρώ.
Στο τέλος του 2003 η κυβέρνηση Σημίτη αφήνει το χρέος ως ποσοστό στα ίδια επίπεδα (στο 97,3% του ΑΕΠ) αλλά σαν απόλυτο μέγεθος το έχει φθάσει στα 167,7 δισ ευρώ.
Από το 2004 (χρονιά Ολυμπιακών Αγώνων) έως το τέλος του 2009 (κυβέρνηση Καραμανλή) το χρέος αυξάνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ στα 126,8% και σε απόλυτο μέγεθος στα 298 δισ ευρώ.
Και μετά ζούμε την τελευταία πράξη του δράματος, όπου στο τέλος του 2010 το ποσοστό του χρέους ανεβαίνει στα 142,5% του ΑΕΠ και στα 330,4 δισ ευρώ.
Το 2011 στο 152,6% και στα 348,5 δισ ευρώ.
Το 2012, χρονιά του κουρέματος του χρέους που βρίσκονταν σε ιδιωτικά χέρια, το ελληνικό χρέος πέφτει στα 305 δισ. ευρώ αλλά ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξάνει στο 159,6% επειδή λόγω της ύφεσης πέφτει το ΑΕΠ (δηλαδή ο παρονομαστής).
Το 2013 το χρέος ανεβαίνει στα 320,5 δισ. και εκτινάσεται στα 177,7% ως ποσοστό του ΑΕΠ (περαιτέρω μείωση του παρονομαστή).
Το 2014 πεφτει λίγο στα 319,7 δισ αλλά αυξάνει στο 180,1% ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τέλος το 2015 για πρώτη χρονιά το χρέος πέφτει ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 176,9% και στα 311,4 δισ. ευρώ.
Ο λόγος που ανέβηκε τόσο πολύ το ελληνικό χρέος ήταν πολύ απλά η αύξηση των δημόσιων δαπανών της χώρας.
Μπορούμε να πούμε ότι πριν 4 δεκαετίες οι δημόσιες δαπάνες έφθαναν γύρω στο 25% του ΑΕΠ της χώρας ενώ σταδιακά ανέβηκαν ακόμα και κοντά στο 50% του ΑΕΠ. Η δε αύξηση των εξόδων του κράτους οφείλεται κυρίως στηνανάληψη από το δημόσιο της λειτουργίας σημαντικού τμήματος του ιδιωτικού τομέα αλλά και στην μεγάλη αύξηση των κοινωνικών δαπανώνόπως πρόνοια – συντάξεις, παιδεία και υγεία.
Οι εκάστοτε κυβερνήσεις, άλλη λίγο άλλη πολύ, ξόδευαν περισσότερα από τα έσοδαμη τηρώντας τους προϋπολογισμούς που οι ίδιες κατέθεταν, δημιουργώντας μεγάλα ετήσια ελλείμματα κυρίως για να αφήσουνευχαριστημένους τους ψηφοφόρους τους αλλά και τα διάφορα συμφέρονταπου τις στήριζαν, με αποτέλεσμα τον ασύστολο δανεισμό.
Δυστυχώς, εντελώς ενσυνείδητα, οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών άφησαν για ευνόητους λόγους τους πολίτες να πιστέψουν ότι το δημόσιο είχε ένα μαγικό τρόπο να μπορεί να αυξάνει όποτε και όσο θέλει, συντάξεις, μισθούς, επιδόματα, δημόσιες επενδύσεις, κλπ. αλλά και να βρίσκει εύκολα όσα λεφτά θα χρειάζονταν για τις αυξήσεις αυτές.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και την δημιουργική λογιστική, τα διάφορα τερτίπια που χρησιμοποιούσαν οι εκάστοτε υπουργοί οικονομικών για να μην λένε την αλήθεια για τα ελλείμματα του προϋπολογισμού ώστε να μη χτυπήσει καμπανάκι στη συνείδηση του κόσμου και να πεί «Ω ρε που πάμε;»
Για παράδειγμα τα ελλείμματα των ΔΕΚΟ ή των νοσοκομείων, που πληρώνονταν στο τέλος όλα από το δημόσιο, δεν εμφανίζονταν στα ετήσια ελλείμματα της κυβέρνησης παρά μόνο στο χρέος (στο τέλος δηλαδή). Παρουσιάζονταν έτσι το μοναδικό φαινόμενο η αύξηση του χρέους να εμφανίζεται πάντα μεγαλύτερη από το άθροισμα του ελλείμματος!
Οι κυβερνήσεις μπέρδευαν το κόσμο (και μπερδευόντουσαν ακόμα και οι ίδιες) με το ποιο ακριβώς είναι το χρέος. Αλλο ήταν το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης, άλλο το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, άλλο το χρέος των ΔΕΚΟ, το οποίο δεν πρέπει να αθροίζεται στο χρέος της Γενικής κυβέρνησης, άλλο των ΟΤΑ που αθροίζεται, άλλο το χρέος των νοσοκομείων που δεν πρέπει να αθροίζεται πουθενά, και πήγαινε λέγοντας. Δείτε στο σχετικό διάγραμμα ότι στη Γενική Κυβέρνηση δεν περιλαμβάνονταν οι ΔΕΚΟ (και άρα ούτε τα ελλείμματά τους), ενώ κατά το δοκούν περιλαμβάνονταν τα χρέη των νοσοκομείων.
Μόνο τα τελευταία χρόνια και μετά την κρίση στις σχέσεις Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Eurostat με την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και το Ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών, φθάσαμε σε ένα σημείο να μπορούμε να ξέρουμε και εμείς οι ίδιοι ποια είναι ακριβώς τα ελλείμματά μας και ποια τα χρέη μας. Έπρεπε να γίνουμε μαλλιά κουβάρια με τους άλλους Ευρωπαίους για να εντάξουμε επιτέλους τα χρέη των ΔΕΚΟ και των νοσοκομείων στα χρέη της Γενικής Κυβέρνησης. Αφού, όπως είπαμε, τελικά όλα αυτά τα ελλείμματα τα πλήρωνε το δημόσιο.
Και γιατί έπρεπε να έρθει η παγκόσμια οικονομική κρίση για να φανεί η τόσο άσχημη οικονομική μας κατάσταση;
Γιατί απλούστατα η κρίση ξύπνησε τους «βαθμολογητές» των αγορών (αλλά όχι τους δικούς μας κυβερνώντες που τόνιζαν ότι η ελληνική οικονομία είναι «καλά θωρακισμένη«. Θυμόσαστε;) που αύξησαν κατακόρυφα τα επιτόκια δανεισμού στις αδύναμες οικονομίες. Και ξαφνικά εκεί που μας δάνειζαν με 1% και 2%, όσο δάνειζαν δηλαδή και τις υγιέστερες ευρωπαϊκές οικονομίες, μας ζήτησαν 5,7 και 12%.
Τα μετά τα γνωρίζετε.
Και για την ιστορία, αυτές είναι οι προηγούμενες φορές που η Ελλάδα έφθασε στην πτώχευση λόγω αδυναμίας πληρωμής των δανείων της (που συχνά είχαν συναφθεί με επαχθείς όρους).
Πρώτη φορά ήταν το 1827 που το ελληνικό κράτος, εν τη γενέσει του, δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει τα 2 δάνεια (1824 και 1825) του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.
Η δεύτερη φορά ήταν το 1843 που η Ελλάδα κήρυξε στάση πληρωμών επειδή δεν μπορούσε να ξεχρεώσει τα δάνεια που λήφθηκαν επί Όθωνα (μαζί με τα προηγούμενα).
Η τρίτη φορά, το Δεκέμβριο του 1893 που ο Πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης αναφώνησε «κύριοι δυστυχώς επτωχεύσαμε.» Και μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 η Ελλάδα αναγκάστηκε να μπει υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (επιβολή μονοπωλίου σε οινόπνευμα, σπίρτα και τσιγάρα, κλπ.).
Η τέταρτη φορά ήταν το 1932 όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος κήρυξε στάση πληρωμών αφού η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 δημιούργησε επιπλέον προβλήματα στην Ελλάδα στην αποπληρωμή των δανείων που πήρε η χώρα για να διαχειριστεί τη μικρασιατική   καταστροφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου