Και μετά είναι η Ουρανία Ξυλούρη θα την ξέρετε. Του Νίκου η λεβέντισσα. Κάποιοι την Κυριακή – τη γνωστή Κυριακή – πήγαν να κάψουν τη στοά στην Πανεπιστημίου που είναι και το «δισκάδικό» της. Ξέρω, δεν λέμε πια «δισκάδικο», αλλά έτσι το λέγαμε πάντοτε. Η Ουρανία είχε πάντα έτοιμες τις τσικουδιές, τις ελιές και τα φιστίκια τα κρητικά. Ακούγαμε λίγο λύρα και φεύγαμε. Δυο τρεις φορές το χρόνο ψωνίζαμε καμιά κασέτα, μετά δίσκους, τώρα cd. Και αυτοί που δεν ξέρουν ούτε τον Ξυλούρη, οι άχρηστοι, πέταξαν μολότοφ να την κάψουν. Και η Ουρανία μετά από χρόνια επέστρεψε στο κλάμα. «Δεν ξέρω τι με έχει πιάσει και κλαίω συνεχώς». Όχι ότι τις φοβάται τις συμμορίες η Ουρανία - εδώ δεν φοβήθηκε τους αληθινούς παρακρατικούς, θα φοβηθεί τα τσικό; - αλλά δεν μπορεί να ακούει φωνές στο δρόμο και να πρέπει να τρέχει να κατεβάσει ρολά. Ούτε να παρακαλεί θέλει, ούτε να δίνει μπαξίσι στους χουλιγκάνους. «Να τους δώσουμε λεφτά γιατί στην επόμενη διαδήλωση είπαν ότι θα μας κάψουν», πρότεινε κάποιος άλλος από την στοά αλλά η Ουρανία ούτε που να το συζητήσει δεν θέλει.
Και μετά είναι ο εφημεριδοπώλης στην Μπενάκη. Ξελαρυγγιάστηκε να τους παρακαλεί να μην το κάψουν. «Ρε, παιδιά εφημερίδες πουλάω». Τον κλότσησαν - ένας άρπαξε τα ψιλά, τα κέρματα, άλλος πήρε μια κούτα με περιοδικά που είχε αφήσει έξω απ το σιδερένιο κουβούκλιο - και έφυγαν. Έστω