Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Πώς ο Γιάλομ έφτασε να γίνει Έλληνας;

Aπό καιρό σε καιρό ξαναδιαβάζω Ντίκενς, έναν συγγραφέα που κατείχε πάντα κεντρική θέση στο δικό μου πάνθεον των λογοτεχνών. Πρόσφατα το μάτι μου έπεσε πάλι σ’ ένα εκπληκτικό απόσπασμα από την Ιστορία δύο πόλεων: “Επειδή, καθώς φτάνω όλο και πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο τέλος, ανακαλύπτω πως πορεύομαι σε κύκλο, πλησιάζοντας ολοένα πιο κοντά στην αρχή. Μοιάζει να είναι ένας τρόπος εξομάλυνσης και προετοιμασίας του δρόμου. Την καρδιά μου αγγίζουν τώρα πολλές αναμνήσεις που είχαν από πολύ καιρό αποκοιμηθεί”. Με συγκινεί πάρα πολύ αυτό το απόσπασμα: Πραγματικά, καθώς
πλησιάζω στο τέλος, ανακαλύπτω πως πορεύομαι σε κύκλο, πλησιάζοντας ολοένα πιο κοντά στην αρχή. Οι αναμνήσεις των θεραπευόμενων πυροδοτούν τώρα συχνότερα τις δικές μου, η δουλειά που κάνω μαζί τους προς το δικό τους μέλλον προσκαλεί και ανακινεί το δικό μου παρελθόν και διαπιστώνω πως επισκέπτομαι ξανά την ιστορία μου».
Το παραπάνω είναι απόσπασμα από το νέο  -και όπως ο ίδιος αναγγέλλει- τελευταίο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ, «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!», που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Άγρα, (Κεφ. «Κλείνοντας τον κύκλο», Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου, σελ. 28).
Σ’ αυτό το νέο άκρως αυτοβιογραφικό βιβλίο του, ο Γιάλομ ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της ζωής του -προσωπικής και επαγγελματικής- και την αναβιώνει βήμα βήμα για να την αφηγηθεί εις βάθος, στον εαυτό του και σε μας. Αυθεντικό, ψυχοθεραπευτικό και σίγουρα υπαρξιακό βάθος.
Όταν διάβασα και την τελευταία του σελίδα και σκέφτηκα να μοιραστώ τις εντυπώσεις μου, ως ελάχιστη έκφραση ευγνωμοσύνης για όσα μου έχει χαρίσει το έργο του, ο νους μου πήγε στο βιβλίο του «Το δώρο της ψυχοθεραπείας» που κάποια στιγμή αναφέρει το «Παράθυρο Jo-Harry» για τις τέσσερις πλευρές του εαυτού μας: Τον Δημόσιο(που είναι γνωστός και σε μας και στους άλλους), τον Τυφλό(που είναι γνωστός στους άλλους αλλά όχι σε μας), τον Κρυφό(που είναι γνωστός σε μας αλλά όχι στους άλλους), και τον Άγνωστο(που δεν είναι γνωστός σε κανέναν). Ο Γιάλομ έλεγε σε εκείνο το βιβλίο, ότι η ψυχοθεραπεία είναι ουσιαστικά η προσπάθεια να μεγαλώσουμε τον Δημόσιο εαυτό μας, και μεγαλώνοντάς τον να μικραίνουμε συγχρόνως όλο και περισσότερο τους άλλους τρεις.
Ο Ίρβιν Γιάλομ, σ’ αυτό το τελευταίο -όπως ο ίδιος αναγγέλλει- βιβλίο του, γίνεται το ιδανικότερο παράδειγμα της ίδιας εκείνης διατύπωσής του. Εξερευνεί την εξέλιξη του Δημόσιου εαυτού του, ο οποίος ολοένα μεγάλωνε, όχι όμως καταργώντας τους άλλους τρεις σαν σε λοβοτομή, αλλά ανασυνθέτοντάς τους σε κάτι άλλο, δημιουργικό, μέσα στη ζωή, φωτίζοντάς τους, βγάζοντάς τους από το σκοτάδι της στείρας άγνοιας ή κρυψίνοιας.
Πώς γεννήθηκε μέσα του η ενσυναίσθηση, πώς μια ζωή αναζητούσε μάταια έναν μέντορα, πώς από παιδί έκλεινε τον έναν κύκλο για να μεταβεί σε έναν νέο, για να εξελιχθεί σε αυτό που είναι σήμερα; Πού γεννήθηκε, πώς μεγάλωσε, πώς αποφάσισε να σπουδάσει Ιατρική, ψυχιατρική, να ανακαλύψει, να ερευνήσει και να δημιουργήσει, έναν νέο τρόπο διεργασίας των ψυχοθεραπευτικών ομάδων. Πώς αποφάσισε να εντρυφήσει στον υπαρξισμό, να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Ποια ήταν η πρώτη του ασθενής; Και πώς κατάφερε να μείνει με την γυναίκα του τη Μαίριλυν τόσα χρόνια δημιουργώντας αυτή την πολυμελή οικογένεια, με τέσσερα παιδιά και οκτώ εγγόνια;
Πώς αλήθεια μπόρεσε να φτιάξει αυτό το νέο μοντέλο ομαδικής ψυχοθεραπείας με διάδραση, αυθεντικότητα και αυτοαποκάλυψη του θεραπευτή, ή με εστίαση σε αυτό που συμβαίνει στο «εδώ και τώρα», όταν οι ψυχοθεραπευτικές ομάδες δεν υπήρχαν καν στη μορφή που είναι σήμερα; Πώς διάλεξε να αφιερωθεί στην υπαρξιακή ψυχοθεραπεία, να γίνει ο σημαντικότερος σύγχρονος υπαρξιστής, και να μελετήσει φιλοσοφία και λογοτεχνία; Πώς έφτασε να γράψει ο ίδιος λογοτεχνία; Πώς για την ακρίβεια έλαμψε μέσα του η έμπνευση –από το ασυνείδητό του- να γράψει το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» που έχει μεταφραστεί σε δεκάδες χώρες, ή ποια ιδέα πυροδότησε τη συγγραφή των βιβλίων του: «Στο ντιβάνι», «Η μάνα και το νόημα της ζωής», «Ο δήμιος του έρωτα», «Το δώρο της ψυχοθεραπείας», «Η θεραπεία του Σοπενάουερ», «Το πρόβλημα Σπινόζα», και τόσα άλλα;
Και, τέλος, πώς έφτασε να γίνει Έλληνας, σύμφωνα με τα λεγόμενά του; Σε ένα ομότιτλο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Γιάλομ αφηγείται τα πάντα γι' αυτό και κλείνοντας γράφει: "Είναι τόσο πολλές οι τρομακτικές και θλιβερές ειδήσεις στον κόσμο σήμερα που σε όλους μας προκαλούν κόπωση και μούδιασμα, ωστόσο κάθε φορά που κάποιος παρουσιαστής ειδήσεων αναφέρει την Ελλάδα, η Μαίριλυν κι εγώ στήνουμε πάντα αυτί. Πάντα θα αισθάνομαι ένα είδος θαυμασμού για τους Έλληνες και ευγνωμοσύνη που με θεωρούν κάτι σαν επίτιμο πολίτη της χώρας τους".
Είμαι από εκείνους τους τυχερούς που έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα. Η επίγνωση, η σοφία και η γενναιοδωρία αυτού του παγκόσμιου υπαρξιστή φιλόσοφου και ψυχοθεραπευτή όλης της τραυματισμένης μας ανθρωπότητας, θα έλεγα ότι περισσεύει στην κάθε του –τόσο μα τόσο- προσγειωμένη λέξη. Είναι τόσο παρών σε κάθε ιστορία του, μυθοπλαστική ή πραγματική σε τέτοιο βαθμό, που ο τίτλος του νέου του βιβλίου «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!» είναι μάλλον λίγος για να περιγράψει πόσες πραγματικά ζωές έχει ζήσει.
Όπως αναφέρει ο ίδιος στις σελίδες του νέου του βιβλίου:  
«Ναι, λέω, «η αυτοδημιουργία είναι πηγή μεγάλης περηφάνιας, αλλά γεννά και το αίσθημα ότι δεν έχουμε θεμέλια. Γνωρίζω πολλά χαρισματικά παιδιά μεταναστών που νιώθουν σαν τα νούφαρα στο βάλτο – πανέμορφα λουλούδια, αλλά χωρίς βαθιές ρίζες.» (Κεφ. Αναζητώντας έναν μέντορα, σελ. 15).
«Είμαι πρωτάρης στα ογδονταπέντε και, όπως ο Χάουαρντ, δεν έχω αποδεχτεί ότι είμαι γέρος. Μερικές φορές δέχομαι την ιδέα ότι η απόσυρση θα έπρεπε να είναι μια περίοδος ξεκούρασης και γαλήνης, μια περίοδος στοχασμού με ικανοποίηση. Αντιλαμβάνομαι όμως συγχρόνως ότι υπάρχουν μερικά ανυπόταχτα συναισθήματα από τα πρώιμα χρόνια της ζωής μου, τα οποία συνεχίζουν να προκαλούν αναταράξεις και απειλούν να αναδυθούν στην επιφάνεια, αν κόψω ταχύτητα.
Νωρίτερα ανέφερα μερικές φράσεις του Ντίκενς: «Επειδή καθώς φτάνω όλο και πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο τέλος, ταξιδεύω σ’ έναν κύκλο που πλησιάζει, όλο και πλησιάζει στην αρχή». Τα λόγια αυτά με στοιχειώνουν. Νιώθω όλο και περισσότερο κάποιες δυνάμεις να με σέρνουν προς την αφετηρία μου. Τις προάλλες πήγα με την Μαίριλυν στο Factory Festival των FoolsFury στο Σαν Φρανσίσκο –μια διοργάνωση την οποία πραγματοποιεί κάθε δύο χρόνια η ομάδα του γιού μου του Μπεν- όπου είκοσι μικρές θεατρικές ομάδες από όλη τη χώρα παρουσίασαν τη δουλειά τους. Πριν την παράσταση σταματήσαμε να φάμε κάτι πρόχειρο στο Wise Sons, ένα μικρό εβραϊκό φαγάδικο που μοιάζει να έχει βγει απευθείας από την Ουώσινγκτον της δεκαετίας του 1940, από την παιδική μου ηλικία. Οι τοίχοι του είναι σχεδόν καλυμμένοι από οικογενειακές φωτογραφίες –ομάδες από φοβισμένους εκφραστικούς πρόσφυγες με μεγάλα μάτια, που έφταναν στο νησί Έλλις από την Ανατολική Ευρώπη. Οι φωτογραφίες με καθήλωσαν. Έμοιαζαν στις φωτογραφίες της δικής μου ευρύτερης οικογένειας. Είδα ένα θλιμμένο αγόρι, που θα μπορούσα να ήμουν εγώ, να κάνει την ομιλία του στο Μπαρ Μιτσβά του. Είδα μια γυναίκα που αρχικά νόμισα ότι ήταν η μητέρα μου. Ένιωσα μια ξαφνική –και πρωτόγνωρη- θέρμη τρυφερότητας και αισθάνθηκα ντροπή και ενοχή που έχω αναφερθεί επικριτικά σ’ εκείνην σ’ αυτό εδώ το βιβλίο. Όπως η μητέρα μου, έτσι και η γυναίκα της φωτογραφίας φαινόταν αμόρφωτη, τρομαγμένη, άνθρωπος του μόχθου που το μόνο που έκανε ήταν να προσπαθεί να επιβιώσει και να μεγαλώσει την οικογένειά της σε μια καινούργια ξένη κουλτούρα. Η ζωή μου ήταν τόσο πλούσια, τόσο προνομιούχα, τόσο ασφαλής – σε μεγάλο βαθμό χάρη στο μόχθο και στη γενναιοδωρία της μητέρας μου. Καθόμουν λοιπόν σ’ εκείνο το φαγάδικο κι έκλαιγα κοιτάζοντας τα μάτια της γυναίκας και τα μάτια όλων εκείνων των προσφύγων. Έχω ζήσει μια ζωή εξερευνώντας, αναλύοντας και ανακατασκευάζοντας το παρελθόν μου, τώρα όμως συνειδητοποιώ ότι υπάρχει μέσα μια κοιλάδα δακρύων και πόνου από τα οποία ίσως να μην απαλλαγώ ποτέ.». (Κεφ. «Πρωτάρης στα γηρατειά», σελ. 470-471).  

Δεν θα ξεχάσω στη ζωή μου ποτέ, όταν ο Ίρβιν Γιάλομ είχε έρθει στην Ελλάδα (στο βιβλίο αυτό, αφιερώνει δύο κεφάλαια για την Ελλάδα, και το ένα αναφέρεται και σε αυτήν την εκδήλωση) για να μιλήσει στο Μέγαρο Μουσικής. Οι χιλιάδες άνθρωποι που κατέκλυσαν το Μέγαρο, από νωρίς, δεν χωρούσαν να μπουν στην προκαθορισμένη αίθουσα της εκδήλωσης. Άνοιξαν λοιπόν εκτάκτως και άλλες δύο αίθουσες οι οποίες γέμισαν ασφυκτικά κι εκείνες, και αναμετέδιδαν την ομιλία του από την κεντρική αίθουσα σε μια μεγάλη οθόνη. Καθόμουν στο πάτωμα –αφού δεν υπήρχαν θέσεις- σε μία από αυτές τις δύο αίθουσες, και ήμουν τυχερή γιατί υπήρχαν πολλοί που δεν μπόρεσαν να περάσουν ούτε σ' αυτές. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο από όλη την ομιλία του, γιατί αυτό που έγινε στο τέλος επιβλήθηκε σε όποια άλλη ανάμνηση μπορεί να υπήρχε. Η τελευταία ερώτηση προς τον Γιάλομ, ήταν αν πίστευε στο Θεό. Εκείνος απάντησε: «Αν ρωτάτε εμένα, όχι, δεν πιστεύω πως υπάρχει». Και τότε απλώθηκε ενός λεπτού σιγή, που μου φάνηκε σαν αιωνιότητα. Δεν ακούστηκε ούτε ένας πνιχτός βήχας από τους χιλιάδες ακροατές και στις τρεις αίθουσες του Μεγάρου, ούτε ένα κούνημα καρέκλας, ούτε ένα σύρσιμο υφάσματος πάνω στα καθίσματα. Μόνο άκρα σιωπή. 
Dear Dr. Yalom, we thank you for all!
Στη μακρόχρονη καριέρα του ο Ίρβιν Γιάλομ ασχολήθηκε με τη διερεύνηση της ζωής των άλλων. Στο βιβλίο "Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!: Αναμνήσεις ενός ψυχίατρου", την αυτοβιογραφία του, που από καιρό την περιμέναμε, στρέφει το θεραπευτικό βλέμμα του στον εαυτό του, εξετάζει τις σχέσεις που τον διαμόρφωσαν και σκιαγραφεί το πρωτοποριακό του έργο, για το οποίο έγινε διάσημος. 
Παιδί Ρωσοεβραίων μεταναστών, ο Γιάλομ μεγάλωσε σε μια εργατική γειτονιά της Ουώσινγκτον. Θέλοντας να ξεφύγει από τα όριά της, έβαλε σκοπό να γίνει γιατρός. Η ανέλιξή του ήταν εντυπωσιακή: Ο Γιάλομ μοιράζεται με τους αναγνώστες το ξεκίνημά του στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ, εν μέσω των πολιτισμικών ζυμώσεων και ταραχών της δεκαετίας του 1960, τη στροφή του στη συγγραφή λογοτεχνικών έργων, για να διερευνήσει σε μεγαλύτερο βάθος την ανθρώπινη ψυχή, και την εξέλιξή του σε συγγραφέα παγκόσμιου βεληνεκούς. 
Στην αυτοβιογραφία του παρακολουθούμε επίσης πώς ο Γιάλομ διαμόρφωσε την πρωτοποριακή του προσέγγιση στην ομαδική ψυχοθεραπεία και πώς εξελίχθηκε στον σημαντικότερο σύγχρονο υπαρξιακό ψυχοθεραπευτή, αντλώντας από τη σοφία μεγάλων στοχαστών όλων των εποχών. Ανακαλύπτουμε από πού εμπνεύστηκε τα βιβλία του που αγαπήθηκαν από το διεθνές αναγνωστικό κοινό, όπως ο Δήμιος του έρωτα και το Όταν έκλαψε ο Νίτσε, όπου η σύνθεση ψυχολογίας και φιλοσοφίας οδήγησε σε μια νέα αποκαλυπτική κατανόηση της ανθρώπινης συνθήκης. Συνυφαίνοντας τις ιστορίες των πιο αξιομνημόνευτων ασθενών του με αφηγήσεις για προσωπικούς του έρωτες, διαβάσματα, περιπέτειες, απογοητεύσεις, οικογενειακές στιγμές και επαγγελματικές επιτυχίες, το βιβλίο "Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!: Αναμνήσεις ενός ψυχίατρου" ανοίγει στους αναγνώστες ένα παράθυρο στην οικογενειακή ζωή του Γιάλομ, στην επιστημονική και ψυχοθεραπευτική πορεία του και στη συγγραφή των βιβλίων που τον καθιέρωσαν. 
Σε αυτό, το τελευταίο του βιβλίο, ο Γιάλομ αντλεί σοφία από ένα απόσπασμα του Καρόλου Ντίκενς: "Γιατί, καθώς πλησιάζω προς το τέλος, ο κύκλος κλείνει και πορεύομαι όλο και περισσότερο προς την αρχή". Ανατρέχει στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε και μας προσκαλεί να εξετάσουμε τη δική μας αφετηρία, προσφέροντας ίσως το μεγαλύτερο δώρο του στους αναγνώστες. 
Για τους Έλληνες αναγνώστες, το βιβλίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: Ο Γιάλομ αφιερώνει δύο κεφάλαια στην Ελλάδα και περιγράφει με λεπτομέρειες τις επισκέψεις του στη χώρα όπου ζουν οι περισσότεροι κατά κεφαλήν αναγνώστες του στον κόσμο.
https://tvxs.gr/news/paideia/pos-o-gialom-eftase-na-ginei-ellinas

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτοί είναι οι νέοι μισθοί για τους «ντελιβεράδες» και τους εργαζόμενους στην εστίαση

Αναδρομική υποχρέωση να αναπροσαρμόσουν τους όρους αμοιβής και εργασίας έχουν οι επιχειρήσεις του επισιτιστικού τομέα, με βάση τις διαιτ...