Αυτός ο φόβος συνόδεψε πολλούς και όταν, πολύ αργότερα, κατέβηκαν από τα χωριά στις πόλεις. Οι καιροί ήταν πια διαφορετικοί και οι πρώην ξυπόλητοι βρέθηκαν στους εμπορικούς δρόμους τους γεμάτους με τις βιτρίνες του ’70, του ’80, του ’90. Πίσω απ’ τις τζαμαρίες υπήρχαν πράγματα που τους γυάλιζαν, κι ανάμεσά τους το είδωλο του ίδιου τους του εαυτού, αλλαγμένο πολύ. Μπορούσαν να καυχηθούν γι’ αυτόν τον εαυτό, να φωνάξουν πως επιτέλους τα κατάφεραν να μην είναι νηστικοί, να χορτάσουν, και ακόμη να εκδικηθούν την παλιά τους πείνα με μία νέα σπατάλη. Σε πόσες αυταπάτες είχαν κιόλας παραδοθεί! Γιατί γρήγορα φάνηκε πως κάτω από την ευχαρίστηση παρέμενε πάντα ο φόβος. Αυτός ο δαίμονας που ερχόταν παλιά και χτυπούσε την πόρτα του φτωχικού σπιτιού.
Σήμερα, ο ίδιος απαίσιος ήχος ακούγεται από το εσωτερικό των διαμερισμάτων που μετατράπηκαν σε φωλιές αγωνίας. Τηλεοράσεις, υπολογιστές, ραδιόφωνα και τηλέφωνα φέρνουν τα κακά μαντάτα με μια έξαψη που είναι ταυτόχρονα και σημάδι χαιρεκακίας. Κυρίες και κύριοι, μάθετέ το, ξαναγινόσαστε αυτό που ήσασταν κάποτε: άνθρωποι αναγκασμένοι να μετράτε και την τελευταία δεκάρα σας. Με μια διαφορά όμως (που δεν τη λένε).
Οτι πιο παλιά μπορούσε ένας στριμωγμένος να ξεπερνάει πότε πότε τη φτώχεια και να γλεντάει τις σκοτούρες του. Ενώ σήμερα του λείπει το κουράγιο. Αντίθετα με τους γονείς και τους παππούδες του τρέμει στη σκέψη πως αν του κοπεί ο μισθός του, θα του κοπεί και η θέληση να φτιάξει τη ζωή του.