
Για τους μετανάστες που ήρθαν από την Αλβανία, στην αυγή του ‘90, η Ελλάδα ήταν η «Γη της επαγγελίας». Φεύγοντας από ένα θεόκλειστο μεσαιωνικό καθεστώς, το «παράθυρο» που έμπαζε μέσα το φως της δύσης, τους γέμιζε αισιοδοξία. Ένιωσαν επιτέλους ελεύθεροι. Πολλοί εξ αυτών, όμως, είχαν την τύχη που έχει το σκυλί που κρατάς για καιρό δεμένο και όταν αποφασίζεις να το αφήσεις ελεύθερο, βγαίνει περιχαρές στον δρόμο να το γιορτάσει αλλά το πατάει το αυτοκίνητο.
Ας μιλήσω τώρα απευθείας στους ομοεθνείς μετανάστες. Με αυτούς γνωριζόμαστε καλύτερα. Θα με ρωτήσετε γιατί γράφω ότι «γίναμε όλοι Έλληνες» και θα προσπαθήσω να σας απαντήσω. Δεν μας αρέσει, αλλά αν δεν πούμε εμείς τις αλήθειες - κυρίως τις πικρές- από το στόμα των άλλων θα μας πονέσει περισσότερο. Γίναμε, λοιπόν όλοι Έλληνες διότι στην αγωνιώδη προσπάθειά μας να ενταχθούμε, αφομοιωθήκαμε εύκολα. Και ας λένε άλλοι το αντίθετο. Οι Αλβανοί μετανάστες, η πλειονότητα έστω, όχι μόνο εντάχτηκαν κοινωνικά αλλά και αφομοιώθηκαν. Και αν το πρώτο είναι ζητούμενο, το δεύτερο είναι ενίοτε και τραγικό. Πέραν της απώλειας της προσωπικής ταυτότητας, κουλτούρας και ιδιαιτερότητας έχει και άλλες προεκτάσεις.
Και ως αφομοιωμένοι, σπεύσαμε να υιοθετήσουμε οτιδήποτε. Και βέβαια, συνήθως εύκολα διαθέσιμα είναι εκείνα που χρειάζονται λιγότερο κόπο. Και ακόμα λιγότερη σκέψη. Έτσι, ενώ αφήσαμε πίσω μας τη φτώχεια, μαζί με την σκληρή δουλειά και το κομπόδεμα, τρέξαμε κι εμείς στα δάνεια και απλώσαμε τα πόδια μας πέρα από το πάπλωμα. Σπίτι με δάνειο ο Έλληνας γείτονας, το ίδιο και εμείς. ΙΧ με δάνειο ο Έλληνας γείτονας, ΙΧ κι εμείς. Διακοπές με δάνειο ο Έλληνας γείτονας, δάνειο για διακοπές κι εμείς. Μακριά από το κέντρο ο Έλληνας γείτονας, μακριά, πλέον κι εμείς. Στο κέντρο κατοικούν «οι φτωχοί και οι μετανάστες». Ως χθες, άκουγες ότι το παιδί του γείτονα «ο Αλβανός θα έρθει να το πάρει αν δεν φάει τη κρέμα του» και έλεγες «οι ρατσιστές». Σήμερα, απέκτησες κι εσύ