1973: «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» του ελληνικού θεάτρου χτύπησε κατάμουτρα την χούντα. Καρέζη, Κοζάκος, ο καταυλακιώτης Παπαγιαννόπουλος, ο μοναδικός Ξυλούρης, ο συναισθηματικός και ανένταχτος πολιτικά και ιδεολογικά Ξαρχάκος. Κι όμως από κει και μόνο καταλαβαίνεις ότι ο Ξαρχάκος δεν θα υπέγραφε ποτέ κάτι που δεν θα είχε αξία διαχρονικά ελληνική. Έργο που θεωρείται ιστορικό βιβλίο γραμμένο με απλότητα, αμεσότητα, αλήθεια και ψυχή. Με θάρρος που σου σηκώνει την τρίχα. Με αποκαλυπτικές αλήθειες που σε κάνουν να έχεις εμπιστοσύνη μόνο στην κρίση σου, σε ό,τι βλέπουν και διαβάζουν τα μάτια σου, σε ό,τι ακούν τ’ αυτιά σου. Μια ζωή στο λούκι, μια ζωή στην γκρίνια, μια ζωή στο ψέμα, μια ζωή ο έλληνας στο λίγο, το ξεροκόμματο που του πλάσαραν ως το υπέρτατο αγαθό. Σε μόνιμη οσφυοκαμπτική και καρπαζοεισπρακτική θέση. Με ένα πρόθυμο στόμα να λέει «ναι, ναι, yes, yes, oui, oui, jawohl, jawohl». Από τον καιρό που ο Δημοσθένης ήταν ο αντιδραστικός στον επεκτατισμό του Φιλίππου και τον απέρριπταν οι Αθηναίοι μέχρι τον εμφύλιο που έλληνας έβγαζε το μάτι του σκοτωμένου έλληνα και το έδινε στο ζωντανό αδελφό του να το φάει. Η διχόνοια τσάκισε τούτο το λαό, μόλις έκανε να υψώσει το κεφάλι. Και οι θεοί, ημίθεοι, σωτήρες και λυτρωτές με το προσωπείο της Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Αυστρίας, Αμερικής. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το «ευχαριστώ» του Σημίτη στην κρίση των Ιμίων. Να δούμε τώρα στην αναμενόμενη κρίση του Καστελλόριζου, ποιος θα βγει να ευχαριστήσει ποιον; Ποιος θα βγει να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι κολοκοτρωνέϊκα και να κόψει το βήχα σε ποιον; Ποιος έχει τους όρχεις να το κάνει; Ο Τεν-Τεν, ο κυκνοπούλειος γαμπρός, ή ο συμπαθέστατος Λούης που σε μια νύχτα άσπρα έκανε τα μαλλιά;
Ούτε μάθαμε τελικά ποιοι είμαστε και πώς συμπεριφερθήκαμε ως Έλληνες σε αυτόν τον τόπο. Ούτε ασχοληθήκαμε με τον Ιστορία μας, την αληθινή ιστορία μας. Πετούσαμε πέντε μπούρδες στα μαθητόπαιδα και νομίζαμε πως κάναμε και έργο. Ο έλληνας, που αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπο του καραγκιόζη, που του πέταξαν τα δάνεια και ενθουσιάστηκε. Ο Καραγκιόζης περίμενε όμως ανέκαθεν την καρπαζιά. Το ξυπνοπούλι, ο αφελής ο νεοέλληνας θεώρησε πως θα τον βραβεύσουν και από πάνω; Αλήθεια, σε ποιον θα έδιναν τη δυνατότητα να ζήσει το όνειρό του και θα το αρνιόταν; Μόνο που η ‘φυλακή’ που υπέγραφε κάθε φορά ήταν περισσότερο ανήλιαγη και από το μπουντρούμι του
Ούτε μάθαμε τελικά ποιοι είμαστε και πώς συμπεριφερθήκαμε ως Έλληνες σε αυτόν τον τόπο. Ούτε ασχοληθήκαμε με τον Ιστορία μας, την αληθινή ιστορία μας. Πετούσαμε πέντε μπούρδες στα μαθητόπαιδα και νομίζαμε πως κάναμε και έργο. Ο έλληνας, που αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπο του καραγκιόζη, που του πέταξαν τα δάνεια και ενθουσιάστηκε. Ο Καραγκιόζης περίμενε όμως ανέκαθεν την καρπαζιά. Το ξυπνοπούλι, ο αφελής ο νεοέλληνας θεώρησε πως θα τον βραβεύσουν και από πάνω; Αλήθεια, σε ποιον θα έδιναν τη δυνατότητα να ζήσει το όνειρό του και θα το αρνιόταν; Μόνο που η ‘φυλακή’ που υπέγραφε κάθε φορά ήταν περισσότερο ανήλιαγη και από το μπουντρούμι του