Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου, στο νομοσχέδιο προβλέπονται τα εξής:
Διαχωρισμός και η διάκριση των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων από τα υπηρεσιακά συμβούλια, τα οποία μέχρι τώρα είχαν τις σχετικές αρμοδιότητες.
Στη σύνθεση των νέων πειθαρχικών συμβουλίων συμμετέχουν στο μεν πρωτοβάθμιο δύο δικαστικοί λειτουργοί ή μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) και τρεις υπηρεσιακοί παράγοντες με το βαθμό του Διευθυντή με τη θέσπιση «ασυμβιβάστων». Δεν συμμετέχουν αιρετοί εκπρόσωποι των εργαζομένων.
Στο δευτεροβάθμιο πειθαρχικό καθήκοντα Προέδρου ασκεί ένας Αντιπρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως γινόταν και μέχρι τώρα, και συμμετέχουν τέσσερα μέλη του ΝΣΚ και δύο υπηρεσιακοί παράγοντες με το βαθμό του Γενικού Διευθυντή.
Γίνεται για πρώτη φορά σαφής καταγραφή και αναφορά πειθαρχικών παραπτωμάτων, γεγονός που διασφαλίζει τον δημόσιο υπάλληλο από αυθαίρετες κρίσεις λόγω του περιθωρίου που μέχρι τώρα υπήρχε με την ενδεικτική αναφορά παραπτωμάτων.
Προβλέπεται μεγαλύτερος χρόνος παραγραφής αναλόγως των πειθαρχικών παραπτωμάτων αντιστοίχως από δύο σε πέντε χρόνια, από πέντε σε επτά χρόνια και σε δέκα χρόνια για ορισμένες περιπτώσεις που αφορούν σοβαρότατα παραπτώματα, όπως πράξεις μη αναγνώρισης του Συντάγματος, αδικαιολόγητη αποχή από την άσκηση των καθηκόντων, παράνομο οικονομικό όφελος κ.ά.
Προβλέπεται η δυνατότητα για την επιβολή ταυτοχρόνως και πειθαρχικής τιμωρίας και οικονομικής κύρωσης. Μάλιστα, οικονομική κύρωση μπορεί να επιβάλλεται και μετά τη συνταξιοδότηση του δημοσίου υπαλλήλου. Αυτή η ταυτόχρονη επιβολή των δύο ποινών, πειθαρχικών και οικονομικών, δεν προβλέπεται μέχρι τώρα.
Για παραπτώματα με οικονομικό αντικείμενο ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημερομηνία που η υπηρεσία έλαβε γνώση του παραπτώματος.

