Κανείς δεν θα χτυπήσει την πόρτα πολλών ηλικιωμένων, για να ρωτήσει πώς θα περάσουν αυτές τις μέρες. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα καθίσουν σε χριστουγεννιάτικο τραπέζι με γαλοπούλα και μελομακάρονα. Δεν έχουν. Κάποιοι άλλοι έχουν, αλλά δεν έχουν κανένα για συντροφιά. Δεν έχουν συγγενείς ή φίλους, ή δεν τους θυμάται κανείς. Η μοναξιά αυτές τις μέρες είναι αβάσταχτη. Άλλοι θα προσπαθήσουν να ψευτοπεράσουν τη γιορτή. Την ώρα που θα ανοίγουν οι σαμπάνιες στα σαλόνια σε κάποια σπίτια η οικογένεια θα κάνει «ρεβεγιόν» με ένα κοτόπουλο. Θα ξεγελάσει την επιθυμία των παιδιών της με ένα παιχνίδι από τη λαϊκή αγορά. Μέχρι να καρφωθεί στην τηλεόραση και να βουλιάξει στο κιτς και την υποκουλτούρα.
Εκτός από την Ερμού, την Εγνατία, το Κολωνάκι και την Κηφισιά, πέρα από τους στολισμένους δρόμους στις μεγάλες πόλεις, υπάρχουν και οι άλλες αγορές. Για τους άλλους. Εκεί χιλιάδες άνθρωποι θα ψάξουν κάτι που θα τους επιτρέψει να πάρουν μέρος στην ψευδαίσθηση των ημερών. Παπούτσια με πέντε ευρώ, επικίνδυνα κατεψυγμένα τρόφιμα, ρούχα που θα ξεβάψουν στο πρώτο πλύσιμο, δώρα ιμιτασιόν και αξεσουάρ «μαϊμούδες». Άλλοι δεν έχουν τρόπο να ψωνίσουν ούτε από εκεί.
Στα ορεινά χωριά της Άρτας, στα νησιά της άγονης γραμμής, στις φτωχογειτονιές της Αθήνας, στα
Εκτός από την Ερμού, την Εγνατία, το Κολωνάκι και την Κηφισιά, πέρα από τους στολισμένους δρόμους στις μεγάλες πόλεις, υπάρχουν και οι άλλες αγορές. Για τους άλλους. Εκεί χιλιάδες άνθρωποι θα ψάξουν κάτι που θα τους επιτρέψει να πάρουν μέρος στην ψευδαίσθηση των ημερών. Παπούτσια με πέντε ευρώ, επικίνδυνα κατεψυγμένα τρόφιμα, ρούχα που θα ξεβάψουν στο πρώτο πλύσιμο, δώρα ιμιτασιόν και αξεσουάρ «μαϊμούδες». Άλλοι δεν έχουν τρόπο να ψωνίσουν ούτε από εκεί.
Στα ορεινά χωριά της Άρτας, στα νησιά της άγονης γραμμής, στις φτωχογειτονιές της Αθήνας, στα