Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Τι κάνουμε και τι δεν πρέπει να κάνουμε με τον Τραμπ

Αν μη τι άλλο, στο αρκετά δύσβατο πεδίο των ενεργειακών και γεωστρατηγικών αναδιατάξεων στην Ανατολική Μεσόγειο υπάρχει κινητικότητα. Δεδομένης, δε, της μεθοδολογίας της κυβέρνησης Τραμπ και της γενικής διάθεσης του αμερικανού προέδρου να επισπεύδει διαδικασίες και επιχειρηματικές συμφωνίες, αναγκαστικά τίθεται το ερώτημα για την ελληνική κυβέρνηση: τι επιδιώκει, τι σχεδιάζει και τι θέλει να αποφύγει στη σχέση της αυτή με την Ουάσινγκτον. Οι απαντήσεις, στον βαθμό που υπάρχουν και είναι σαφείς, συνθέτουν την εικόνα της δύσκολης ισορροπίας και των απαιτητικών χειρισμών. Τα όσα συμβαίνουν αυτήν την εβδομάδα στην Ουάσινγκτον, με την παρουσία και τις επαφές των υπουργών Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, και Ενέργειας, Σταύρου Παπασταύρου, με αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης και επιχειρήσεις του ενεργειακού κλάδου, είναι ενδεικτικά. Φωτίζουν όμως και τις προκλήσεις για το προσεχές διάστημα. Στην ελληνική

κυβέρνηση, και ειδικότερα στα αρμόδια επιτελεία, δεν φαίνεται να υπάρχουν αυταπάτες. Ολοι είχαν παρατηρήσει από πολύ νωρίς, ήδη πριν από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2024, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στις δηλώσεις του και, παρά την αναβαθμισμένη επικοινωνία του με το επιτελείο των Δημοκρατικών και του προέδρου Μπάιντεν, ουδέποτε έκανε κάποιο αρνητικό σχόλιο για τον Ντόναλντ Τραμπ. Σήμερα τα πράγματα έχουν προχωρήσει πολύ και οι προτεραιότητες είναι φανερές. Τα ενεργειακά κοιτάσματα ενδιαφέρουν τους Αμερικανούς και δεν το κρύβουν, οι συμφωνίες υπογράφονται με καταιγιστικούς ρυθμούς και οι απεσταλμένοι του Τραμπ σε Αθήνα και Αγκυρα αναπτύσσουν δραστηριότητα όσο ελάχιστοι προκάτοχοί τους. Το ζητούμενο είναι αν όλα αυτά οδηγούν κάπου και την ελληνοτουρκική διαφορά – και με ποιον τρόπο. Ως προς αυτά, και σε συνέχεια όσων έχουν συμβεί τους τελευταίους μήνες, γίνεται φανερό ότι στο διπλωματικό επιτελείο και στο Μέγαρο Μαξίμου επιχειρείται να τηρηθούν χαμηλοί τόνοι. Μια γραμμή σκέψης στη Βασιλίσσης Σοφίας κυριαρχείται από την αντίληψη ότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με μεγάλες κουβέντες. Οπως λέγεται χαρακτηριστικά, η βασική προτεραιότητα είναι «να είσαι μέρος του παιχνιδιού, ώστε να μην καταλήξεις μια περιττή λεπτομέρεια» ή, αμερικανιστί, «not to fall through the cracks». Με βάση αυτά, υπάρχει επίγνωση ότι η εποχή και η συγκυρία δεν ευνοούν ή και δεν επιτρέπουν μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς όταν γύρω από την περιοχή συγκρούονται τα γεωπολιτικά «βουβάλια». Οπως χαρακτηριστικά τονίζεται πίσω από κλειστές πόρτες, «πρέπει ως χώρα να είσαι στον αφρό και χρήσιμη σε όλους, χρήσιμη άλλα όχι υποτελής». Με άλλα λόγια, «πρέπει να κάνεις ό,τι απαιτείται ώστε οι στρατηγικοί εταίροι σου να μην έχουν την πολυτέλεια να σε αγνοήσουν ή να έχουν κόστος αν σε χάσουν». Υπό αυτήν την έννοια, στον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας στη σημερινή συγκυρία βρίσκεται ο στόχος να είναι η Ελλάδα ένας κρίσιμος κρίκος στην αλυσίδα των γεωπολιτικών εξελίξεων. Ως κυρίαρχο στοιχείο σε αυτό το σημείο, αναφέρεται ότι η εθνική κυριαρχία δεν είναι διαπραγματεύσιμη και ότι η χώρα δεν ετεροπροσδιορίζεται ως προς την Τουρκία, αλλά αναδεικνύει, σε συνδυασμό και με την εξοπλιστική και οικονομική της αναβάθμιση, τον ρόλο που μπορεί να παίξει στην περιοχή. Μια άλλη κρυφή παράμετρος της «νέας» ελληνοαμερικανικής σχέσης είναι οι ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο τον προσεχή Νοέμβριο. Είναι κάτι που απασχολεί μάλλον κατά προτεραιότητα τον πρόεδρο Τραμπ και σε αυτή τη συγκυρία αναδεικνύεται μια νέα πτυχή του ρόλου της ομογένειας, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα σημειώνουν ορισμένες διπλωματικές πηγές. Κρίσιμα ως προς αυτά είναι κάποια στοιχεία που γνωρίζουν στην κυβέρνηση και κατά τα φαινόμενα θα επιδιώξουν να αξιοποιήσουν. Ενα από αυτά είναι ότι οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν καθαρά τοπικά χαρακτηριστικά και, υπό αυτό το πρίσμα, οι υποψήφιοι που πρόσκεινται στον Ντόναλντ Τραμπ εκλέγονται σε Πολιτείες και Περιφέρειες όπου υπάρχει ισχυρή ομογενειακή εκλογική βάση. Είναι και αυτό ένα στοιχείο που αξιολογείται και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη όσο αρχίζει να συζητείται όλο και περισσότερο το ενδεχόμενο μιας επίσκεψης του αμερικανού προέδρου στην Ελλάδα τους προσεχείς μήνες, ενδεχομένως κοντά στις εκλογές του Νοεμβρίου. Το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι κάτι που η ελληνική κυβέρνηση παίρνει αψήφιστα και μονοδιάστατα. Από διπλωματικές πηγές σημειώνεται ότι, παρά τις αναφορές της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, δεν υπάρχει τίποτα δρομολογημένο αυτή τη στιγμή. Και, δεδομένης της ιδιοσυγκρασίας του σημερινού προέδρου, τονίζεται ότι μια τέτοια επίσκεψη είναι πιθανότερο να σχεδιαστεί και να  ανακοινωθεί μόλις 15 ημέρες νωρίτερα, ειδικά όσο εκκρεμεί η ένταση με το Ιράν και είναι αδύνατο να προβλεφθεί η όποια εξέλιξη, είτε γίνει η αμερικανική επίθεση είτε όχι. Ωσπου να επαληθευθεί, πάντως, το ένα ενδεχόμενο ή να απορριφθεί το άλλο, το δόγμα της ελληνικής κυβέρνησης ως προς τη σχέση με τον πρόεδρο των  ΗΠΑ και την κυβέρνησή του είναι μάλλον σαφές: «Ούτε πολύ κοντά ώστε να καείς, ούτε τόσο μακριά ώστε να παγώσεις», όπως το περιγράφουν διπλωματικές πηγές. 

https://www.protagon.gr/apopseis/ti-kanoume-kai-ti-den-prepei-na-kanoume-me-ton-trab-44343318887

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Νέες βόμβες Σαμαρά: Καταγγέλλει «δυνητική εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων» και εκθέτει το Μαξίμου

Σε δήλωση – βόμβα προχώρησε ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος κάνει λόγο για «τη δυνητική εκχώρηση κυριαρχικών μας δικαιωμάτων»...