Σημαντικές επισημάνσεις που δικαιολογούν τον προβληματισμό των μελών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ως προς την τελική επιτυχία του νέου προγράμματος στήριξης της χώρας μας και μια πλήρη καταγραφή των εγγενών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας περιλαμβάνει η έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα, μια έκθεση που συντάχθηκε από την «ομάδα Τόμσεν» και παρουσιάστηκε στα μέλη του Ταμείου πριν αυτά δώσουν την τελική τους έγκριση για τη συμμετοχή στο νέο «ελληνικό» δανειακό πρόγραμμα.
Στην έκθεση τονίζεται πως η Ελλάδα έχει μεν καταφέρει έως τώρα να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της, προχωρώντας σε μείωση του εργατικού κόστους κατά 9,5%, αλλά θα «πρέπει να κλείσει το χάσμα ανταγωνιστικότητας» κατά επιπλέον 15-20%.
Κάτι που με απλά λόγια σημαίνει την ανάγκη για νέες περικοπές και μέτρα, καίτοι οι συντάκτες της έκθεσης αναγνωρίζουν πως αυτό «θα ασκήσει περαιτέρω πιέσεις στην οικονομία μας».
Πρακτικά αυτό σημαίνει πως τα στελέχη του ΔΝΤ εκτιμούν ότι η Ελλάδα θα πρέπει να παρουσιάσει τον Ιούνιο νέα «αξιόπιστα δομικά μέτρα μείωσης των δαπανών κατά 5,5% του ΑΕΠ (τουτέστιν κατά περίπου 11 δισ. ευρώ) με στόχο να επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ το 2014.
Η έκθεση υποστηρίζει παράλληλα ότι υπάρχουν «βαθιές κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις και αυξανόμενη δυσαρέσκεια της κοινωνίας για τις οικονομικές πολιτικές», ενώ εστιάζει στα «μεγάλα
Στην έκθεση τονίζεται πως η Ελλάδα έχει μεν καταφέρει έως τώρα να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της, προχωρώντας σε μείωση του εργατικού κόστους κατά 9,5%, αλλά θα «πρέπει να κλείσει το χάσμα ανταγωνιστικότητας» κατά επιπλέον 15-20%.
Κάτι που με απλά λόγια σημαίνει την ανάγκη για νέες περικοπές και μέτρα, καίτοι οι συντάκτες της έκθεσης αναγνωρίζουν πως αυτό «θα ασκήσει περαιτέρω πιέσεις στην οικονομία μας».
Πρακτικά αυτό σημαίνει πως τα στελέχη του ΔΝΤ εκτιμούν ότι η Ελλάδα θα πρέπει να παρουσιάσει τον Ιούνιο νέα «αξιόπιστα δομικά μέτρα μείωσης των δαπανών κατά 5,5% του ΑΕΠ (τουτέστιν κατά περίπου 11 δισ. ευρώ) με στόχο να επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ το 2014.
Η έκθεση υποστηρίζει παράλληλα ότι υπάρχουν «βαθιές κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις και αυξανόμενη δυσαρέσκεια της κοινωνίας για τις οικονομικές πολιτικές», ενώ εστιάζει στα «μεγάλα