Εδώ και δεκαετίες η δημόσια διοίκηση παραμένει το «ιερό δισκοπότηρο» των κομματικών μηχανισμών, ένα πεδίο μάχης στο οποίο η κομματική ταυτότητα συχνά βαραίνει περισσότερο από τα πτυχία και την εμπειρία. Το εργαλείο; Η προσωπική συνέντευξη· αυτή η υποκειμενική διαδικασία που έχει τη μαγική ικανότητα να μετατρέπει τον αριστούχο σε «ανεπαρκή» και τον κομματικό φίλο σε «ηγέτη».
Κι ενώ όλοι νομίζαμε ότι κάτι πάει να αλλάξει, η πραγματικότητα έρχεται να μας διαψεύσει με τον πιο κυνικό τρόπο. «Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι» λέει ο θυμόσοφος λαός και στην περίπτωση της Νίκης Κεραμέως και του υπουργείου Εργασίας η ρήση αυτή μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ.
Από τις 9 Ιανουαρίου 2026 τα συστημικά ΜΜΕ βομβάρδιζαν την κοινή γνώμη με διθυράμβους για το νέο νομοσχέδιο. «Νέο, αξιοκρατικό σύστημα», «τέλος στο ρουσφέτι», «γραπτές εξετάσεις για όλους». Η κορύφωση ήρθε μόλις την περασμένη Κυριακή, 1η Μαρτίου 2026, όταν κυκλοφόρησε πρωτοσέλιδος τίτλος για την επανάσταση στη δημόσια διοίκηση («Ελεύθερος Τύπος»). Το μήνυμα ήταν σαφές: Τέρμα οι αδιαφανείς συνεντεύξεις, τώρα μετράει το γραπτό, το μετρήσιμο, το αντικειμενικό.
Το σχετικό νομοσχέδιο αναμένεται να κατατεθεί προς δημόσια διαβούλευση οσονούπω. Αλλά όπως φαίνεται στο υπουργείο Εργασίας έχουν άλλη άποψη. Την ώρα που η κοινωνία «αγοράζει» το αφήγημα των γραπτών εξετάσεων, στα ενδότερα του υπουργείου στήθηκε μια διαδικασία-εξπρές για να προλάβουν να διορίσουν «τους δικούς τους» με το παλιό, αμαρτωλό σύστημα.
Μια προαναγγελθείσα τακτοποίηση
Στις 10 Φεβρουαρίου 2026, ενώ η συζήτηση για τις γραπτές εξετάσεις είχε ήδη ανοίξει, το υπουργείο Εργασίας προχώρησε στην έκδοση της υπ’ αριθμ. 3860/10.02.2026 προκήρυξης για την επιλογή διευθυντών. Η μέθοδος επιλογής; Φυσικά η συνέντευξη.
Γιατί αυτή η σπουδή; Γιατί τέτοια βιασύνη; Η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων έληξε στις 2 Μαρτίου, την περασμένη Δευτέρα δηλαδή. Μοιάζει σαν αγώνας δρόμου για να κλείσουν οι θέσεις προτού προλάβουν να «λερώσουν» την κομματοκρατία οι γραπτές εξετάσεις. Είναι προφανές ότι το αποτέλεσμα της «κομματικής μήτρας» της ΝΔ δεν θα μπορούσε να αφήσει παραπονεμένες τις ορδές των κομματικών στελεχών που ορέγονται θέσεις ευθύνης.
Η συνέντευξη έχει λειτουργήσει ιστορικά ως ο απόλυτος «κόφτης» της αξιοκρατίας. Είναι το φίλτρο που διαχωρίζει αυτούς που έχουν τα τυπικά προσόντα από εκείνους που έχουν το «κατάλληλο» προφίλ. Ποιος δεν γνωρίζει ότι μέσω της συνέντευξης μπορούν εύκολα να μοιραστούν βαθμοί αφειδώς σε ημετέρους και να πετσοκόψουν» άξιους υποψήφιους που δεν καταδέχτηκαν να λειτουργούν ως κομματόσκυλα που κραδαίνουν την ταυτότητα του κόμματος;
Η παθογένεια της κομματοκρατίας
Το πρόβλημα δυστυχώς είναι βαθύτερο και διαχρονικό. Η ελληνική διοίκηση παραμένει δέσμια ενός πελατειακού κράτους που αρνείται να πεθάνει. Η κομματοκρατία δεν είναι απλώς μια πολιτική πρακτική· είναι βαθιά ριζωμένη νοοτροπία που αντιλαμβάνεται το κράτος ως λάφυρο.
Η συνέντευξη έχει μετατραπεί στο σύμβολο αυτής της παθογένειας. Ενώ στη θεωρία αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για την αξιολόγηση διοικητικών ικανοτήτων, στην ελληνική πραγματικότητα έχει κακοποιηθεί όσο τίποτε άλλο. Εχουμε δει υποψήφιους με διδακτορικά να βαθμολογούνται χαμηλότερα από υποψήφιους με βασικά πτυχία απλώς και μόνο επειδή οι δεύτεροι είχαν τις σωστές γνωριμίες. Εχουμε δει επιτροπές να ρωτούν άσχετα πράγματα ή να συμπεριφέρονται απαξιωτικά σε μη αρεστούς υποψήφιους.
Αυτό που συμβαίνει τώρα στο υπουργείο Εργασίας δεν είναι απλώς μια διοικητική πράξη. Είναι μια πολιτική ομολογία. Μια ομολογία ότι η αξιοκρατία είναι καλή για τα δελτία Τύπου και τα πρωτοσέλιδα, αλλά όταν έρχεται η ώρα της νομής της εξουσίας οι παλιές μέθοδοι είναι αναντικατάστατες.
Ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις
του Βασίλη Τσίτουρα
Η κίνηση της ηγεσίας του υπουργείου Εργασίας γεννά αμείλικτα ερωτήματα, τα οποία δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από γραφειοκρατικές δικαιολογίες:Γιατί δεν ανεστάλη η διαδικασία; Εφόσον η κυβέρνηση διακηρύσσει σε όλους τους τόνους ότι το νέο σύστημα γραπτών εξετάσεων είναι ανώτερο και δικαιότερο, γιατί δεν περίμενε το υπουργείο να εντάξει και αυτές τις κρίσιμες θέσεις διευθυντών στο νέο πλαίσιο;
Ποιοι βιάζονται; Ποια συγκεκριμένα συμφέροντα και ποια πρόσωπα έπρεπε να εξυπηρετηθούν «χθες», πριν αλλάξουν οι κανόνες του παιχνιδιού;
Πού είναι η ηθική νομιμοποίηση; Πώς μπορεί μια υπουργός και μια κυβέρνηση να διαφημίζουν αξιοκρατία την Κυριακή και να υπογράφουν προσλήψεις με αδιαφανείς συνεντεύξεις τη Δευτέρα;
Την περασμένη Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026 έκλεισε η αυλαία της υποβολής αιτήσεων. Οι «τυχεροί», οι περισσότεροι άξιοι μόνο ως κομματικά στελέχη της ΝΔ, που θα περάσουν από τη διαδικασία της συνέντευξης θα καταλάβουν τις θέσεις διευθυντών, πιθανότατα για χρόνια, αφήνοντας απέξω ίσως ικανότερους ανθρώπους που θα είχαν μια τίμια ευκαιρία σε έναν γραπτό διαγωνισμό. Το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία και τους δημοσίους υπαλλήλους είναι αποκαρδιωτικό: Τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά. Οι νόμοι φτιάχνονται για να παραβιάζονται ή να παρακάμπτονται από τους ίδιους τους νομοθέτες τους. Η Ν. Κεραμέως και η κυβέρνηση αποδεικνύουν ότι όταν πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στην ουσιαστική αξιοκρατία και την ικανοποίηση του κομματικού σωλήνα, η επιλογή είναι δυστυχώς προδιαγεγραμμένη. Το «χούι» της κομματικής τακτοποίησης αποδεικνύεται ισχυρότερο από κάθε εξαγγελία.
* Ο Βασίλης Τσίτουρας είναι συνδικαλιστής, μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Εργαζομένων ΕΦΚΑ Περιφέρειας Αττικής και Νήσων
Κι ενώ όλοι νομίζαμε ότι κάτι πάει να αλλάξει, η πραγματικότητα έρχεται να μας διαψεύσει με τον πιο κυνικό τρόπο. «Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι» λέει ο θυμόσοφος λαός και στην περίπτωση της Νίκης Κεραμέως και του υπουργείου Εργασίας η ρήση αυτή μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ.
Από τις 9 Ιανουαρίου 2026 τα συστημικά ΜΜΕ βομβάρδιζαν την κοινή γνώμη με διθυράμβους για το νέο νομοσχέδιο. «Νέο, αξιοκρατικό σύστημα», «τέλος στο ρουσφέτι», «γραπτές εξετάσεις για όλους». Η κορύφωση ήρθε μόλις την περασμένη Κυριακή, 1η Μαρτίου 2026, όταν κυκλοφόρησε πρωτοσέλιδος τίτλος για την επανάσταση στη δημόσια διοίκηση («Ελεύθερος Τύπος»). Το μήνυμα ήταν σαφές: Τέρμα οι αδιαφανείς συνεντεύξεις, τώρα μετράει το γραπτό, το μετρήσιμο, το αντικειμενικό.
Το σχετικό νομοσχέδιο αναμένεται να κατατεθεί προς δημόσια διαβούλευση οσονούπω. Αλλά όπως φαίνεται στο υπουργείο Εργασίας έχουν άλλη άποψη. Την ώρα που η κοινωνία «αγοράζει» το αφήγημα των γραπτών εξετάσεων, στα ενδότερα του υπουργείου στήθηκε μια διαδικασία-εξπρές για να προλάβουν να διορίσουν «τους δικούς τους» με το παλιό, αμαρτωλό σύστημα.
Μια προαναγγελθείσα τακτοποίηση
Στις 10 Φεβρουαρίου 2026, ενώ η συζήτηση για τις γραπτές εξετάσεις είχε ήδη ανοίξει, το υπουργείο Εργασίας προχώρησε στην έκδοση της υπ’ αριθμ. 3860/10.02.2026 προκήρυξης για την επιλογή διευθυντών. Η μέθοδος επιλογής; Φυσικά η συνέντευξη.
Γιατί αυτή η σπουδή; Γιατί τέτοια βιασύνη; Η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων έληξε στις 2 Μαρτίου, την περασμένη Δευτέρα δηλαδή. Μοιάζει σαν αγώνας δρόμου για να κλείσουν οι θέσεις προτού προλάβουν να «λερώσουν» την κομματοκρατία οι γραπτές εξετάσεις. Είναι προφανές ότι το αποτέλεσμα της «κομματικής μήτρας» της ΝΔ δεν θα μπορούσε να αφήσει παραπονεμένες τις ορδές των κομματικών στελεχών που ορέγονται θέσεις ευθύνης.
Η συνέντευξη έχει λειτουργήσει ιστορικά ως ο απόλυτος «κόφτης» της αξιοκρατίας. Είναι το φίλτρο που διαχωρίζει αυτούς που έχουν τα τυπικά προσόντα από εκείνους που έχουν το «κατάλληλο» προφίλ. Ποιος δεν γνωρίζει ότι μέσω της συνέντευξης μπορούν εύκολα να μοιραστούν βαθμοί αφειδώς σε ημετέρους και να πετσοκόψουν» άξιους υποψήφιους που δεν καταδέχτηκαν να λειτουργούν ως κομματόσκυλα που κραδαίνουν την ταυτότητα του κόμματος;
Η παθογένεια της κομματοκρατίας
Το πρόβλημα δυστυχώς είναι βαθύτερο και διαχρονικό. Η ελληνική διοίκηση παραμένει δέσμια ενός πελατειακού κράτους που αρνείται να πεθάνει. Η κομματοκρατία δεν είναι απλώς μια πολιτική πρακτική· είναι βαθιά ριζωμένη νοοτροπία που αντιλαμβάνεται το κράτος ως λάφυρο.
Η συνέντευξη έχει μετατραπεί στο σύμβολο αυτής της παθογένειας. Ενώ στη θεωρία αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για την αξιολόγηση διοικητικών ικανοτήτων, στην ελληνική πραγματικότητα έχει κακοποιηθεί όσο τίποτε άλλο. Εχουμε δει υποψήφιους με διδακτορικά να βαθμολογούνται χαμηλότερα από υποψήφιους με βασικά πτυχία απλώς και μόνο επειδή οι δεύτεροι είχαν τις σωστές γνωριμίες. Εχουμε δει επιτροπές να ρωτούν άσχετα πράγματα ή να συμπεριφέρονται απαξιωτικά σε μη αρεστούς υποψήφιους.
Αυτό που συμβαίνει τώρα στο υπουργείο Εργασίας δεν είναι απλώς μια διοικητική πράξη. Είναι μια πολιτική ομολογία. Μια ομολογία ότι η αξιοκρατία είναι καλή για τα δελτία Τύπου και τα πρωτοσέλιδα, αλλά όταν έρχεται η ώρα της νομής της εξουσίας οι παλιές μέθοδοι είναι αναντικατάστατες.
Ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις
του Βασίλη Τσίτουρα
Η κίνηση της ηγεσίας του υπουργείου Εργασίας γεννά αμείλικτα ερωτήματα, τα οποία δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από γραφειοκρατικές δικαιολογίες:Γιατί δεν ανεστάλη η διαδικασία; Εφόσον η κυβέρνηση διακηρύσσει σε όλους τους τόνους ότι το νέο σύστημα γραπτών εξετάσεων είναι ανώτερο και δικαιότερο, γιατί δεν περίμενε το υπουργείο να εντάξει και αυτές τις κρίσιμες θέσεις διευθυντών στο νέο πλαίσιο;
Ποιοι βιάζονται; Ποια συγκεκριμένα συμφέροντα και ποια πρόσωπα έπρεπε να εξυπηρετηθούν «χθες», πριν αλλάξουν οι κανόνες του παιχνιδιού;
Πού είναι η ηθική νομιμοποίηση; Πώς μπορεί μια υπουργός και μια κυβέρνηση να διαφημίζουν αξιοκρατία την Κυριακή και να υπογράφουν προσλήψεις με αδιαφανείς συνεντεύξεις τη Δευτέρα;
Την περασμένη Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026 έκλεισε η αυλαία της υποβολής αιτήσεων. Οι «τυχεροί», οι περισσότεροι άξιοι μόνο ως κομματικά στελέχη της ΝΔ, που θα περάσουν από τη διαδικασία της συνέντευξης θα καταλάβουν τις θέσεις διευθυντών, πιθανότατα για χρόνια, αφήνοντας απέξω ίσως ικανότερους ανθρώπους που θα είχαν μια τίμια ευκαιρία σε έναν γραπτό διαγωνισμό. Το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία και τους δημοσίους υπαλλήλους είναι αποκαρδιωτικό: Τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά. Οι νόμοι φτιάχνονται για να παραβιάζονται ή να παρακάμπτονται από τους ίδιους τους νομοθέτες τους. Η Ν. Κεραμέως και η κυβέρνηση αποδεικνύουν ότι όταν πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στην ουσιαστική αξιοκρατία και την ικανοποίηση του κομματικού σωλήνα, η επιλογή είναι δυστυχώς προδιαγεγραμμένη. Το «χούι» της κομματικής τακτοποίησης αποδεικνύεται ισχυρότερο από κάθε εξαγγελία.
* Ο Βασίλης Τσίτουρας είναι συνδικαλιστής, μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Εργαζομένων ΕΦΚΑ Περιφέρειας Αττικής και Νήσων
https://www.documentonews.gr/article/epilogi-diefthynton-apo-to-parathyro/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου