Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Τι μπορεί να φέρει το 2026 στις ελληνοτουρκικές σχέσεις

Μετά τις εθνικές εκλογές του 2023 και ειδικότερα μετά από την υπογραφή της Διακήρυξης των Αθηνών, τον Δεκέμβριο του ίδιους έτους, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εισήλθαν στην εποχή των «ήρεμων νερών», όπως είναι η έκφραση που δημοσίως χρησιμοποιείται από ελληνικούς διπλωματικούς κύκλους για να περιγράψει τη σημερινή κατάσταση μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών. Με δεδομένο ότι την περίοδο Ιουλίου – Αυγούστου 2020, οι δύο χώρες έφτασαν πολύ κοντά στη σύγκρουση εξαιτίας της «κρίσης του Ορούτς Ρέις», της σοβαρότερης ίσως κρίσης στις σχέσεις των δύο χωρών μετά από εκείνη των Ιμίων του 1996, το τρέχον status quo στο Αιγαίο Πέλαγος και στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ξεκάθαρα προτιμητέο τόσο για την Αθήνα όσο και για την Άγκυρα –αν και φυσικά για διαφορετικούς λόγους. «Ηρεμα νερά», διαφορετικές προσεγγίσεις και

κόπωση «Δεν πρέπει να υποτιμάται», σημείωνε στο Protagon υψηλόβαθμη διπλωματική πηγή με άριστη γνώση της τρέχουσας κατάστασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, «ότι οι συναντήσεις για τον πολιτικό διάλογο ή για την θετική ατζέντα κρίνονται πλέον ως “business as usual”, ακόμη και αν δεν παράγουν κάποιο αποτέλεσμα που μεταβάλλει σημαντικά τα δεδομένα». Σε αυτό το πλαίσιο, ο επόμενος γύρος συνομιλιών για τον Πολιτικό Διάλογο στις 20 Ιανουαρίου και για τη «Θετική Ατζέντα» στις 21 Ιανουαρίου (και οι δύο συναντήσεις θα πραγματοποιηθούν στην Αθήνα με την υφυπουργό Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου να είναι αρμόδια για τον Πολιτικό Διάλογο και τον υφυπουργό Εξωτερικών Χάρη Θεοχάρη για τη Θετική Ατζέντα αντιστοίχως, ενώ από τουρκικής πλευράς την αρμοδιότητα έχει ο υφυπουργός Εξωτερικών Μεχμέτ Κεμάλ Μποζάι) αποτελεί μία θετική είδηση αλλά χωρίς να συνοδεύεται από τυμπανοκρουσίες. Αν θα συνοδευθεί και από ανακοινώσεις σχετικά με την σύγκληση του επόμενου Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) και μία συνάντηση των ηγετών των δύο χωρών (ενδεχομένως εντός του Φεβρουαρίου) θα φανεί στην πράξη. UnmuteRemaining Time -0:00   Fullscreen Ωστόσο, είναι σαφές ότι αυτή η στρατηγική έχει αρχίσει και εμφανίζει σημάδια κόπωσης εν μέσω μάλιστα μίας ανατρεπτικής διεθνούς συγκυρίας εξαιτίας της απρόβλεπτης αμερικανικής διπλωματίας που ασκεί ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ. Η κόπωση εδράζεται κατά βάση στο γεγονός ότι οι δύο πλευρές ερμηνεύουν διαφορετικά τόσο την κατάσταση των «ήρεμων νερών» όσο και την ουσία της Διακήρυξης των Αθηνών, η οποία αποτελεί τη βασικότερη αποτύπωσή της – τουλάχιστον επί χάρτου. Και η εξήγηση για αυτή την κόπωση είναι μάλλον απλή και δεν συνάδει με αφελείς αναλύσεις, βασιζόμενες σε αποσπασματικές δηλώσεις τούρκων αξιωματούχων, ότι ίσως η ώρα του συμβιβασμού με την Αγκυρα να πλησιάζει. Σε αυτό το πλαίσιο, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν ήταν ο τελευταίος που προσπάθησε να εμφανίσει και πάλι την Αγκυρα ως επιθυμούσα μια λύση, σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου. Μία λύση όμως που έντεχνα περιόρισε στο Αιγαίο, αποφεύγοντας να αναφερθεί στην Ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή την περιοχή εκείνη που αποτελεί το μείζον διακύβευμα σε σχέση τόσο με την ενέργεια όσο και με τις ηλεκτρικές (και άλλες) διασυνδέσεις που διέρχονται από την περιοχή, αλλά και εξαιτίας του τουρκολιβυκού μνημονίου. Ο Φιντάν δεν παρέλειψε άλλωστε να επιρρίψει, για ακόμη μία φορά, την ευθύνη για τη μη λύση στην εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, αποσείοντας κάθε ευθύνη εκ μέρους της Αγκυρας. Η ελληνική κυβέρνηση έκρινε ότι η Ελλάδα και η Τουρκία θα μπορούσαν, έπειτα από μία περίοδο ηρεμίας και αποκατάστασης των διαύλων επικοινωνίας, να εισέλθουν οργανωμένα σε μια συζήτηση για τα «δύσκολα θέματα» που ταλανίζουν τις διμερείς σχέσεις επί περισσότερες από πέντε δεκαετίες – με έμφαση στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Απεναντίας, η τουρκική πλευρά δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να αλλάξει τις βασικές παραμέτρους της πολιτικής της σε καμία από τις πτυχές των ελληνοτουρκικών διαφορών. Εχοντας επιβαρύνει την ατζέντα με πολλά – αλληλοσυνδεόμενα – ζητήματα, επιδιώκει να εργαλειοποιήσει τη Διακήρυξη των Αθηνών ώστε α) να διαμορφώσει συνθήκες «παγώματος» (moratorium) σε μονομερείς κινήσεις κάθε είδους στο Αιγαίο Πέλαγος και στην Ανατολική Μεσόγειο και β) να πείσει ότι η ύπαρξη της Διακήρυξης δεν δικαιολογεί τις ελληνικές αντιδράσεις σε θέματα που ενδιαφέρουν την Τουρκία, όπως π.χ. η άμεση συμμετοχή της στο πρόγραμμα αμυντικών προμηθειών SAFE της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ), κάτι που επανειλημμένως επεδίωξε στις Βρυξέλλες. Οι ελληνικές ελπίδες για έναρξη εις βάθος συνομιλιών για επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών και ενδεχομένως προσφυγή στη διεθνή Δικαιοσύνη (π.χ. στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης) συνάντησαν τη σκληρή πραγματικότητα τον Ιούλιο του 2024 με το περιστατικό της Κάσου και την κίνηση παρεμπόδισης της Αγκυρας στις έρευνες του ιταλικού πλοίου «Ievoli Relume» σχετικά με την πόντιση του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας (Great Sea Interconnector – GSI). Η τουρκική αντίδραση επιβεβαίωσε ότι η Αγκυρα δεν πρόκειται να επιτρέψει κινήσεις που αμφισβητούν τα κεκτημένα της επί του πεδίου (εν προκειμένω το τουρκολιβυκό μνημόνιο), ενώ αποκάλυψε με ποιον τρόπο αντιλαμβάνεται αυτό που η ίδια θεωρεί ως moratorium: ως ένα πλήρες πάγωμα κάθε κίνησης, όπως είχε πράξει και με την ερμηνεία του Πρακτικού της Βέρνης του 1976, αφού πρώτα η ίδια έχει επιβάλει τετελεσμένα. Τα γνώριμα «σύννεφα» επέστρεψαν Μία σοβαρότερη κρίση απετράπη μετά την Κάσο, αλλά τα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται σιγά-σιγά. Οι τριβές γύρω από τα θαλάσσια πάρκα και τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό δεν εξέπληξαν κανέναν έμπειρο παρατηρητή των ελληνοτουρκικών σχέσεων, καθώς ακολούθησαν την πάγια τακτική των «παράλληλων κινήσεων». Η άκομψη ακύρωση της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών τον περασμένο Σεπτέμβριο δηλητηρίασε αχρείαστα το κλίμα και η προσπάθεια να οργανωθεί το επόμενο ΑΣΣ σκοντάφτει σε συνεχείς υφάλους και απροθυμία. Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα προβάλλει την επιτυχή στρατηγική της στη Συρία, αποπειρώμενη να αναδειχθεί σε εγγυήτρια των ισορροπιών στην περιοχή, ενώ η Αθήνα αναδεικνύει την προώθηση του Καθέτου Διαδρόμου Αερίου και την αναβάθμισή της στους αμερικανικούς ενεργειακούς σχεδιασμούς στον άξονα Ανατολική Μεσόγειος – Ανατολική Ευρώπη (Ουκρανία). Το τελευταίο διάστημα επέστρεψαν οι παραβάσεις του εθνικού εναερίου χώρου και οι παραβιάσεις του FIR Αθηνών (σ.σ. οι αριθμοί παραμένουν ακόμη πολύ χαμηλότεροι σε σχέση με το 2022), υπήρξαν επικίνδυνα θαλάσσια συμβάντα με εμπλοκή σκαφών του Λιμενικού, ενώ επέστρεψαν και οι σκληρές δηλώσεις περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Από αυτή την άποψη, η παγίωση των «ήρεμων νερών» και η συμφωνία ότι «μπορούμε να μιλάμε ακόμη και αν διαφωνούμε» αποτελούν ίσως το «μη χείρον βέλτιστον», λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η Αθήνα θα το εκμεταλλευθεί για την ενίσχυση των συντελεστών σκληρής ισχύος στην εθνική της άμυνας με ορίζοντα το 2030 – με έμφαση στο αεροναυτικό σκέλος, όπως αποδεικνύει η πρόσφατη άφιξη της νέας φρεγάτας «Κίμων», η ενίσχυση της αντιαεροπορικής/αντιπυραυλικής άμυνας και τα προγράμματα των F-16 κι αργότερα των F-35. Οσο για το Κυπριακό, η χλιαρή αναθέρμανση της διαδικασίας υπό τα Ηνωμένα Εθνη δεν προμηνύεται κάποια ουσιαστική πρόοδο με βάση τα σημερινά δεδομένα, καθώς η Αγκυρα επιμένει στη λύση των δύο κρατών. Η ισραηλινή μεταβλητή και ο παράγοντας Τραμπ Δεν πρέπει όμως να αγνοηθεί ότι στην ελληνοτουρκική σκακιέρα έχουν αποκτήσει πλέον κομβικό ρόλο οι πράξεις και η ρητορική των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Η Ουάσιγκτον υπήρξε παραδοσιακά ο παράγοντας που αποτελούσε το έσχατο καταφύγιο (last resort) σε περίπτωση που απαιτείτο παρέμβαση για την εκτόνωση μίας ελληνοτουρκικής κρίσης. Αυτό ουσιαστικά συνέβη και το 2020. Σήμερα, δεν λείπουν εκείνες οι φωνές που επιμένουν ότι μία αμερικανική παρέμβαση ίσως να μην θεωρείται πια δεδομένη μεταξύ δύο συμμάχων στο ΝΑΤΟ ή και μη ισορροπημένη εφόσον υπάρξει. Ουδείς μπορεί άλλωστε να προβλέψει την αντίδραση της υδραργυρικής προσωπικότητας του αμερικανού προέδρου, ιδιαίτερα αν αυτή λάβει τα χαρακτηριστικά κάποιας αιφνίδιας παρέμβασης υπό τη μορφή ενός ετεροβαρούς σχεδίου που θα πλήττει τα ελληνικά συμφέροντα. Ο Ντόναλντ Τραμπ αισθάνεται αρκετά άνετα με τον «φίλο» του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ο οποίος, έχοντας λάβει το μάθημα του 2019-2020 για το πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να βρεθεί στο στόχαστρο του πρώτου, κινείται πολύ προσεκτικά. Επιχειρεί να εμφανιστεί εποικοδομητικός, ρίχνοντας τους τόνους σε σχέση με τη Γάζα, «πουλώντας» τον ειδικό ρόλο της Τουρκίας στην επόμενη ημέρα στη Συρία και εσχάτως προσεγγίζοντας τη Σαουδική Αραβία με την οποία ο Τραμπ έχει διαμορφώσει ιδιαίτερους δεσμούς. Την ίδια στιγμή, προσπαθεί να αποφύγει μία αχρείαστη εμπλοκή στο Ουκρανικό. Διεκδικεί ρόλο τοποτηρητή και επιδιώκει να εξέλθει του καθεστώτος των κυρώσεων CAATSA (λόγω των ρωσικών S-400) για να επανέλθει στο πρόγραμμα των F-35 και να εξισορροπήσει, με τον τρόπο αυτό, το ποιοτικό πλεονέκτημα που προσπαθούν να αποκτήσουν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις στον εναέριο χώρο του Αιγαίου. Ισως το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι ο ρόλος του Ισραήλ. Εν μέσω και του πολέμου στη Γάζα μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, οι σχέσεις Ελλάδος – Ισραήλ έχουν ενισχυθεί σημαντικά. Ο τομέας της άμυνας έχει έρθει δυναμικά στο προσκήνιο και αν δεν ήταν ο πόλεμος στη Γάζα, τα σχέδια για την προμήθεια ισραηλινών αντιπυραυλικών και αντιαεροπορικών συστημάτων από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις θα είχαν προχωρήσει με μεγαλύτερη ταχύτητα. Αυτή η επιλογή έχει μάλιστα θέσει στο επίκεντρο της τουρκικής κριτικής τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Νίκο Δένδια. Παράλληλα, είναι σαφές ότι η Αθήνα και η Ιερουσαλήμ συμφωνούν ότι δεν μπορεί να επιτραπεί στην Τουρκία να περιπέσει η μετα – Ασαντ Συρία υπό την πλήρη επιρροή της Αγκυρας. Αριστα ενημερωμένες πηγές σημειώνουν ότι το Ισραήλ δεν πρόκειται να δεχθεί μόνιμη τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία, που μάλιστα θα ακυρώνει τη δυνατότητά του να δρα με άνεση στον συριακό εναέριο χώρο. Η Αθήνα δεν έχει άμεσο λόγο σε αυτό, αλλά η ισραηλινή πίεση βολεύει την Αθήνα στην προσπάθεια αποτροπής νέων τουρκικών τετελεσμένων και από μία τουρκοσυριακή συμφωνία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών. Παράλληλα, τόσο η Αθήνα όσο και η Ιερουσαλήμ συνδράμουν τη νέα κυβέρνηση του Λιβάνου στην επιδίωξη σταθεροποίησης της χώρας. Η εμβάθυνση της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης και η επίσης στενότατη σχέση Ισραήλ – Κύπρου δημιουργούν αίσθημα περικυκλώσεως στην Άγκυρα. Αυτό αποτυπώνεται ευδιάκριτα όχι μόνο στις δηλώσεις τούρκων αξιωματούχων, αλλά και στις αναλύσεις φιλικών προς την κυβέρνηση Ερντογάν δημοσιογράφων και διαμορφωτών κοινής γνώμης, όπως του Abdulkadir Selvi της Hurriyet, του Ozay Sendir της Milliyet (σ.σ. με ιδιαίτερα επιθετική γλώσσα) ή του Yucel Acer, στελέχους του πανίσχυρου φιλοκυβερνητικού think Tank SETA. Οι συγκεκριμένες απόψεις έχουν λάβει διευρυμένη μορφή μετά από την τελευταία τριμερή Σύνοδο Κορυφής Ισραήλ – Ελλάδος – Κύπρου στην Ιερουσαλήμ και ορισμένες δηλώσεις του ισραηλινού Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου. Παράλληλα, το Ισραήλ παρακολουθεί πολύ προσεκτικά τις κινήσεις της Άγκυρας για την επιστροφή της στο πρόγραμμα των F-35, προφανώς αντιλαμβανόμενο ότι η πιθανή προμήθειά τους θα μείωνε το πλεονέκτημα που το ίδιο διατηρεί σήμερα. Επισφαλής σταθερότητα και στρατηγική υπομονή Το σημερινό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων το 2026, τριάντα χρόνια μετά από την κρίση των Ιμίων και την εμφάνιση της «θεωρίας των γκρίζων ζωνών», θα μπορούσε να περιγραφεί με τον όρο «επισφαλής σταθερότητα». Η θερμοκρασία παραμένει, γενικώς, χαμηλά, όμως την ίδια στιγμή υπάρχει η αίσθηση ότι, ανά πάσα στιγμή, κάτι μπορεί να πάει στραβά. Παράλληλα όμως, η επισφαλής σταθερότητα των «ήρεμων νερών» ίσως να είναι και η μόνη τακτική που μεσοπρόθεσμα ευνοεί την Αθήνα εν μέσω αδιανόητων διεθνών αναταράξεων. Συνιστά τη βάση μίας προσέγγισης «στρατηγικής υπομονής» που αποτρέπει, στο μέτρο του εφικτού, την όξυνση των διμερών εντάσεων, χωρίς φυσικά να εγγυάται κάποια άμεση πρόοδο στον πυρήνα των ελληνοτουρκικών διαφορών. Δεν συνιστά απόλυτη ακινησία, αλλά μάλλον μία κίνηση με χαμηλή ταχύτητα και σε χαμηλό ύψος, αποτελώντας παράλληλα ίσως τον μόνο τρόπο να αποφύγει ένα κράτος να βρεθεί στο ραντάρ ενός αμερικανού Προέδρου που έχει δείξει ότι μπορεί να προβεί σε απρόβλεπτες και δύσκολα διαχειρίσιμες παρεμβάσεις που κινούνται στα όρια της διεθνούς νομιμότητας. 

https://www.protagon.gr/apopseis/ti-borei-na-ferei-to-2026-stis-ellinotourkikes-sxeseis-44343293832

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παπαργύρης (GPO): Η Καρυστιανού έχει τη δυναμική να διεκδικήσει τη 2η θέση - Πόλος εξουσίας μαζί με Τσίπρα

Η επικείμενη δημιουργία κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης στην εκπομπή "Οι Συμφοιτητές" στο Y...