Καμαριέρα νιώθω. Κι ό,τι νιώθεις είσαι στη ζωή. Ποτέ δεν είχα την αυταπάτη ότι θα γίνω ρεσεψιονίστ. Οπως, ας πούμε, εσύ, που παραμυθιάστηκες πως είσαι αφεντικό και πήρες Αλβανούς, Πακιστανούς και Ινδούς να σου καλλιεργούν τα χωράφια, για να πίνεις τσίπουρα στο καφενείο.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ είναι η Ελλάδα. Και την κυνηγάνε να τη βιάσουνε οι Ντομινίκ Στρος-Καν. Οχι ότι είμαστε παρθένες· κάθε άλλο. Αλλά ούτε θα μπορούσες να μας πεις: βιζιτούδες. Απλώς, σαν κορίτσια κι εμείς της κατωτέρας κοινωνικής τάξεως, κοιτάγαμε λίγο και το συμφέρον μας… Μπορεί να γουστάραμε να βγάζουμε τα ματάκια μας με τον Μήτσο, αλλά μας άρεσε να μας κερνάει ψαράκι πάνω στο κύμα ο χαΐστας ο πορτοφολάτος! Κι ας ήτανε ψιλοραμολιμέντο(ς).
ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ τη μεγάλη αμαρτία μου, που δεν την έχω ομολογήσει αλλού; Εγώ που με βλέπεις, η θεοσεβούμενη χήρα – η μαυροφορούσα, τον έχω πνίξει τον κούνελο κι έχω βάλει πολλάκις τον κολιό στο φούρνο… Με τον Γερμαναρά, τον Εγγλέζο, τον Αμερικάνο.
ΟΥΤΕ στο πιο ευφάνταστο όνειρό μου να με γουστάρει ο Ντομινίκ… Ποια; Εμένα! Μια καμαριέρα