«Ξέρεις πώς βρεθήκατε στη χώρα σας;», με είχε ρωτήσει ένας πολωνός φίλος, καθώς χαζεύαμε τα χιόνια που είχαν σκεπάσει τη χώρα του στις αρχές κάποιου σκοτεινού Μαΐου. Αρχισα να του λέω την ιστορία με τους Πελασγούς και τους Πρωτοέλληνες και με διέκοψε για να μου πει τη δική τους εκδοχή: «Οταν ο Θεός μοίραζε χώρες στους ανθρώπους, οι Ελληνες είχαν φάει, είχαν πιει, είχαν γλεντήσει και κοιμόνταν κάτω από ένα δέντρο», άρχισε να λέει. «Οταν ξύπνησαν, η μοιρασιά είχε τελειώσει. Πήγαν στο Θεό, αγουροξυπνημένοι, με έναν φραπέ στο χέρι, και εκείνος σήκωσε τους ώμους. “Τώρα που ήρθατε, τι να σας κάνω; Τελείωσαν οι χώρες”, τους είπε. “Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε, Κύριε;”, του είπαν απελπισμένοι. Ο Θεός, μεγάθυμος καθώς είναι, σκέφτηκε λίγο και είπε: “Είχα κρατήσει ένα πολύ μικρό κομμάτι, το πιο όμορφο, για τον εαυτό μου, να αποσυρθώ μετά τη σύνταξη,