Η κυβερνητική εικόνα για ένα ΕΣΥ που «βελτιώνεται διαρκώς» και «αξιοποιεί πλήρως τα κονδύλια» καταρρέει όταν συγκρούεται με την πραγματικότητα μέσα στα νοσοκομεία. Και αυτή η πραγματικότητα δεν αποτυπώνεται σε ανακοινώσεις, αποτυπώνεται από τους ίδιους τους ανθρώπους του συστήματος. Ενδεικτικό είναι ότι μόνο για το 2026 εμφανίζεται απορρόφηση από το Ταμείο Ανάκαμψης περίπου 800 εκατομμυρίων ευρώ στην υγεία. Το ποσό προκαλεί εύλογες απορίες: Πώς υλοποιήθηκαν τόσο γρήγορα έργα τέτοιας κλίμακας σε έναν τομέα που επί χρόνια «κολλούσε»; Ποιος ελέγχει την ποιότητα; Και τι ακριβώς άλλαξε στην πράξη; Μέχρι σήμερα η εικόνα παραμένει ίδια: ανακαινίσεις, νέα κτίρια, εξοπλισμός και εγκαίνια. Οι εργαζόμενοι όμως λένε ξεκάθαρα ότι αυτό δεν είναι ενίσχυση – είναι βιτρίνα. Γιατί χωρίς προσωπικό καμία πτέρυγα και κανένα μηχάνημα δεν λειτουργεί.
Το ερώτημα λοιπόν γίνεται πιο αιχμηρό από ποτέ: Πού πήγαν τα χρήματα και γιατί το ΕΣΥ συνεχίζει να καταρρέει από μέσα; Επειδή, όπως καταγγέλλουν οι ίδιοι οι υγειονομικοί, πίσω από τους αριθμούς της «απορρόφησης» κρύβεται ένα σύστημα που μέρα με τη μέρα συνθλίβεται. Γιατροί και εργαζόμενοι του ΕΣΥ, που μιλούν στο Documento, γκρεμίζουν το αφήγημα της «αναβάθμισης» περιγράφοντας ένα σύστημα που ασφυκτιά παρά τα εκατομμύρια που διαφημίζονται.
Πλήρης αποδυνάμωση
Σήμερα, από τις περίπου 90.000 οργανικές θέσεις υπηρετούν λιγότεροι από 50.000 μόνιμοι εργαζόμενοι. Το υπόλοιπο σύστημα στέκεται χάρη σε περίπου 22.000 συμβασιούχους, επικουρικούς και εργαζόμενους με ελαστικές σχέσεις εργασίας – μια πραγματικότητα που δείχνει ξεκάθαρα ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό αλλά δομικό.
Την ίδια ώρα τα στοιχεία για τις προσλήψεις και τις αποχωρήσεις αποκαλύπτουν το βάθος της κρίσης. Το 2024 έγιναν 4.500 διορισμοί στον χώρο της υγείας, που αντιστοιχούσαν περίπου στο 20% όλων των προσλήψεων στο δημόσιο. Ωστόσο το 2025 η εικόνα άλλαξε δραματικά: μέχρι και το καλοκαίρι είχαν πραγματοποιηθεί μόλις 594 διορισμοί, αφήνοντας τα νοσοκομεία να λειτουργούν με ακόμη λιγότερο προσωπικό.
Ο Δημήτρης Βρύσαλης, πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων του ΠΑΓΝΗ, αναφέρει στο Documento: «Μιλάνε για “βελτιωμένο ΕΣΥ”, αλλά η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Ποιους νομίζουν ότι κοροϊδεύουν; Τους υγειονομικούς που δουλεύουν στα όρια ή τους πολίτες που φοβούνται τι θα αντιμετωπίσουν αν αρρωστήσουν; Παρά τα εκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης, καμία ουσιαστική βελτίωση δεν υπάρχει. Υπάρχουν πάνω από 20.000 κενές οργανικές θέσεις νοσηλευτών και μόνο στην Κρήτη λείπουν περίπου 3.000. Στα Κέντρα Υγείας υπάρχουν πάνω από 680 κενά, ενώ οι λίστες χειρουργείων φτάνουν τις 8.500. Την ίδια στιγμή το 25% των κλινών ΜΕΘ είναι κλειστό και το 40% των χειρουργικών αιθουσών δεν λειτουργεί. Σε πολλές περιπτώσεις ένας νοσηλευτής καλείται να φροντίσει δεκάδες ασθενείς. Και αντί για ενίσχυση μειώνεται και η χρηματοδότηση. Αυτό δεν είναι βελτίωση, είναι πλήρης αποδυνάμωση του δημόσιου συστήματος υγείας».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Χάρης Στάμος, πρόεδρος της Ενωσης Ιατρών Νοσοκομείων Κέντρων Υγείας Θράκης και γιατρός του ΕΣΥ στο νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, ο οποίος δηλώνει στο Documento: «Το πανεπιστημιακό νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης δεν βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τα νοσοκομεία της Κομοτηνής και του Διδυμοτείχου, κυρίως επειδή τον τελευταίο χρόνο υπάρχει προσέλευση γιατρών σε ακαδημαϊκές θέσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ουσιαστική ενίσχυση του νοσοκομείου, καθώς πολλοί από αυτούς έχουν και ιδιωτική δραστηριότητα. Στα άλλα δύο νοσοκομεία οι ελλείψεις παραμένουν ίδιες με τα προηγούμενα χρόνια. Ειδικά στο Διδυμότειχο η κατάσταση είναι ασφυκτική, με σοβαρές ελλείψεις σε παθολόγους, ακτινολόγους, παιδιάτρους, μικροβιολόγους και άλλες εργαστηριακές ειδικότητες, ακόμη και με μηδενικές θέσεις. Πρόκειται για ένα μικρό νοσοκομείο, αλλά οι αυξημένες ανάγκες του πληθυσμού απαιτούν πολύ καλύτερη στελέχωση. Αντίστοιχα, και στην Κομοτηνή παρατηρούνται ελλείψεις σε βασικές ειδικότητες, γεγονός που δυσκολεύει την καθημερινή λειτουργία και μεταφέρει επιπλέον πίεση στο ήδη επιβαρυμένο σύστημα υγείας της περιοχής».
Παράλληλα, το κύμα αποχωρήσεων εντείνεται. Μόνο το 2024 έφυγαν συνολικά 15.200 εργαζόμενοι από το δημόσιο, με περίπου το 16% να προέρχεται από τον χώρο της υγείας. Το 2025 καταγράφεται ακόμη μεγαλύτερη αύξηση στις συνταξιοδοτήσεις, γεγονός που επιδεινώνει περαιτέρω την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι εξαγγελίες για 5.228 προσλήψεις το 2026 –εκ των οποίων περίπου 5.000 αφορούν υγειονομικό προσωπικό– γεννούν περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις, δεδομένου ότι οι ελλείψεις ανέρχονται σε 20.000. Ιδιαίτερα όταν ένα μέρος αυτών αφορά διορισμούς που εκκρεμούν από προηγούμενα έτη και δεν υλοποιήθηκαν εγκαίρως. Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκές έλλειμμα προσωπικού που ανακυκλώνεται. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχουν κενά˙ είναι αν οι εξαγγελίες επαρκούν για να τα καλύψουν ή αν το ΕΣΥ θα συνεχίσει να λειτουργεί χάρη στην υπερπροσπάθεια όσων έχουν απομείνει.
Μνημονιακό οργανόγραμμα
Παρά τις επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις για «νέα οργανογράμματα» και ενίσχυση του ΕΣΥ, στην πράξη δεν έχει αλλάξει τίποτα. Τα δημόσια νοσοκομεία συνεχίζουν να λειτουργούν με σχέδια της μνημονιακής περιόδου, όταν οι ανάγκες της κοινωνίας μπήκαν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις περικοπές. Ετσι, οι ελλείψεις εμφανίζονται μικρότερες στα χαρτιά, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ μεγαλύτερες.
Την ίδια στιγμή δισεκατομμύρια από το Ταμείο Ανάκαμψης κατευθύνονται σε κτίρια, ανακαινίσεις και ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό. Νέες πτέρυγες, σύγχρονα ΤΕΠ και αναβαθμισμένες μονάδες παρουσιάζονται ως απόδειξη «προόδου». Ομως χωρίς το απαραίτητο προσωπικό οι υποδομές αυτές δεν μπορούν να λειτουργήσουν ουσιαστικά.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: ένα ΕΣΥ που εκσυγχρονίζεται σε τοίχους και μηχανήματα, αλλά παραμένει αποδυναμωμένο σε ανθρώπινο δυναμικό. Ενα σύστημα που επενδύει εκατομμύρια στις εγκαταστάσεις, αλλά αφήνει τα βασικά του θεμέλια –τους εργαζόμενους– να καταρρέουν.
Οφειλόμενες εφημερίες και μισθοί -εμπαιγμός
Οι γιατροί του ΕΣΥ δεν βρίσκονται μόνο στα όρια της εξάντλησης . Βρίσκονται και απλήρωτοι. Είμαστε στα τέλη Μαρτίου και οι εφημερίες του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου δεν είχαν ακόμη καταβληθεί στην Αττική και στον Πειραιά. Δηλαδή για μήνες εργάζονται υπερωριακά χωρίς να πληρώνονται, σε ένα καθεστώς που τείνει να παγιωθεί. Την ίδια στιγμή οι αποδοχές τους παραμένουν καθηλωμένες. Ενας ειδικευόμενος λαμβάνει περίπου 1.000 ευρώ καθαρά τον μήνα, ενώ οι επιμελητές κινούνται λίγο πάνω από τα 1.600 ευρώ μεικτά. Σε βάθος 15ετίας οι αυξήσεις είναι σχεδόν ανύπαρκτες, ενώ κάποιοι γιατροί αμείβονται λιγότερο από ό,τι το 2012. Το πιο ηχηρό όμως είναι η σύγκριση με άλλες χώρες. Στη Βουλγαρία οι μισθοί των νέων γιατρών φτάνουν περίπου τα 1.800-1.900 ευρώ μεικτά. Στη Ρουμανία οι αποδοχές ξεκινούν από περίπου 1.500 ευρώ και αυξάνονται σημαντικά με την εμπειρία. Στην Ουγγαρία οι μισθοί σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνούν τις 2.000 ευρώ. Και όλα αυτά σε χώρες με σαφώς πιο αδύναμες οικονομίες. Το αποτέλεσμα είναι μια κραυγαλέα αντίφαση: η Ελλάδα να υστερεί ακόμη και απέναντι σε αυτές τις χώρες. Αυτό δεν είναι απλώς πρόβλημα πολιτικής, είναι εμπαιγμός απέναντι σε έναν κλάδο που κρατά όρθιο το δημόσιο σύστημα υγείας. Αλλωστε, αυτό φαινόταν ήδη από τον προϋπολογισμό υγείας για το 2026. Την ώρα που γίνεται λόγος για ενίσχυση του ΕΣΥ, τα κονδύλια για τη μισθοδοσία μειώνονται κατά 180 εκατ. ευρώ. Από περίπου 2,36 δισ. το 2025 πέφτουν στα 2,18 δισ. το 2026. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση: η Ελλάδα είναι αυτή η οποία επιλέγει πού θα κατευθυνθούν τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης. Κι όμως, αντί να επενδύσει στο ανθρώπινο δυναμικό, διοχετεύει εκατομμύρια σε κτίρια, ανακαινίσεις, αίθουσες και εξοπλισμό. Νέα ΤΕΠ, νέες πτέρυγες, σύγχρονες εγκαταστάσεις – αλλά χωρίς το προσωπικό για να τα λειτουργήσει. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που «γυαλίζει» εξωτερικά, αλλά καταρρέει εσωτερικά. Κλειστές χειρουργικές αίθουσες, ΜΕΘ στα όρια, νοσηλευτές σε διπλοβάρδιες και γιατροί εξαντλημένοι.
Ειδικευόμενοι «καίγονται» σε εξοντωτικούς ρυθμούς
Εργάζονται 72 ώρες την εβδομάδα και η φυγή στο εξωτερικό μοιάζει με σωτηρία
Η πραγματικότητα για τους ειδικευόμενους γιατρούς στην Ελλάδα δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: πρόκειται για τους πιο εξαντλημένους στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την πανευρωπαϊκή μελέτη Rest JD Report της European Junior Doctors Association, οι ειδικευόμενοι στη χώρα μας εργάζονται κατά μέσο όρο 72 ώρες την εβδομάδα – δηλαδή 24 ώρες πάνω από το ανώτατο όριο των 48 ωρών που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Η έρευνα, που βασίστηκε σε απαντήσεις 6.165 νέων γιατρών από 26 χώρες, καταγράφει με σαφήνεια το χάσμα: στην Ελλάδα η υπερεργασία είναι κανόνας. Εξαήμερα δωδεκάωρα, συνεχόμενες 24ωρες εφημερίες και ελάχιστος χρόνος ξεκούρασης συνθέτουν μια καθημερινότητα που θυμίζει περισσότερο εξάντληση παρά εκπαίδευση. Οι συνέπειες είναι σοβαρές. Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι εργασία πάνω από 48 ώρες την εβδομάδα συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα, άγχος, κατάθλιψη και burnout. Παράλληλα, οι βάρδιες άνω των 24 ωρών αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα σοβαρών ιατρικών λαθών, καθώς η κόπωση επηρεάζει κρίσιμες λειτουργίες όπως η μνήμη και η λήψη αποφάσεων.
Η Μαρία Αλεξανδρή, ειδικευόμενη πλέον στο νοσοκομείο Μπάντεν της Ελβετίας, αναφέρει στο Documento: «Το εξωτερικό προσφέρει αυτό που λείπει από την Ελλάδα: προοπτική, αξιοπρέπεια και ανθρώπινες συνθήκες. Εκεί τα ωράρια τηρούνται, οι εφημερίες είναι δωδεκάωρες και όχι εξαντλητικές 24ωρες, ενώ υπάρχει επαρκές προσωπικό. Αντίθετα, στην Ελλάδα η υποστελέχωση έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο που οι ειδικευόμενοι παλεύουν καθημερινά να καλύψουν τεράστια κενά με χαμηλές αμοιβές και ελάχιστη υποστήριξη. Η εκπαίδευση περνά σε δεύτερη μοίρα. Οι επιμελητές δεν προλαβαίνουν να διδάξουν – προσπαθούν απλώς να κρατήσουν όρθιες τις κλινικές. Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη γενιά γιατρών εκπαιδεύεται αποσπασματικά μέσα σε συνθήκες πίεσης και εξάντλησης. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι Ελληνες γιατροί φεύγουν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ελβετία όπου ήδη εργάζονται πολλοί ειδικευόμενοι. Και το πιο κρίσιμο: κανείς δεν θέλει να επιστρέψει. Γιατί εκεί υπάρχουν καλύτερες αμοιβές, επαρκείς πόροι και ένα σύστημα που λειτουργεί».
Ο Γιάννης Ψαρομπάς, γενικός γραμματέας του Συλλόγου Νοσοκομειακών Ιατρών Ρόδου και ειδικευόμενος στο ίδιο νοσοκομείο, επιβεβαιώνει στο Documento τις ασφυκτικές συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι νέοι γιατροί στην Ελλάδα: «Το κανονικό ωράριο είναι 8.00 με 15.00. Από εκεί και πέρα όμως μπορεί να ξεκινήσει εφημερία. Και πολλές φορές συμβαίνει το εξής: τελειώνεις την εφημερία σου στις 8.00 το πρωί της επόμενης μέρας και συνεχίζεις κανονικά το πρωινό σου ωράριο. Δεν είναι απλώς συχνό, είναι ο κανόνας. Μπορεί να βρεθείς να δουλεύεις συνεχόμενα χωρίς ουσιαστική ξεκούραση. Οσο κι αν θέλεις να προσφέρεις, ύστερα από τόσες ώρες και μέρες άυπνος δεν ξέρω κατά πόσο μπορείς να το κάνεις. Αυτό προφανώς επηρεάζει και την ποιότητα των υπηρεσιών».
Για τους ειδικευόμενους λοιπόν οι επιπτώσεις είναι διπλές: υπονομεύεται τόσο η υγεία τους όσο και η ποιότητα της εκπαίδευσής τους. Γι’ αυτό και η σύσταση των ευρωπαϊκών οργανισμών είναι ξεκάθαρη: άμεση συμμόρφωση με τα όρια εργασίας. Στην Ελλάδα όμως αυτό παραμένει ζητούμενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου